24.9.14

Ἡ Ἀκτινογραφία μιᾶς πονηρῆς Ἑνώσεως

Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Πέτρας κ. Δαβίδ
῾Η ἑνότητα τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι ἕνα βασικὸ χαρακτηριστικό της γνώρισμα. ῞Οταν ἐπιζητεῖται ἡ ὁμόνοια καὶ ἡ εἰρήνη εἰς τὸν κόσμον εἰς ἐπίπεδο διακρατικῶν σχέσεων καὶ διεθνοῦς διπλωματίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, εἶναι εὔλογον πολὺ περισσότερον ἡ εἰρήνευσις αὐτὴ νὰ ἐπιζητεῖται εἰς ἐκκλησιαστικὸν ἐπίπεδον, ἐντὸς τοῦ χώρου (δηλαδή) τῆς ᾿Εκκλησίας. ῞Ολοι χαιρόμεθα ὅταν ὑπάρχει ὁμόνοια μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ἰδιαιτέρως δὲ ὅταν πρόκειται διὰ πιστὰ μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας. Κανεὶς δὲν εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ —δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι— κατὰ τῆς ἑνώσεως μέσα εἰς τὸν χῶρον τῆς ᾿Εκκλησίας.
Μάλιστα, αὐτὸ ἰσχύει κυρίως διὰ τὸν χῶρον τοῦ πατρίου ἑορτολογίου, ὅπου οἱ ἀλλεπάλληλοι χωρισμοὶ καὶ οἱ συνεχεῖς διαιρέσεις εἶναι ἀνοικτὴ πληγή, ποὺ ὁλοένα βαθαίνει καὶ δὲν λέει νὰ κλείσῃ, προκαλώντας ἔντονον καὶ διαρκῆ πόνον εἰς τὰς εὐαισθήτους καρδίας τῶν πιστῶν. 
Τὸ αἴτημα, λοιπόν, τῆς ἑνότητος τῶν Γνησίων ᾿Ορθοδόξων Χριστιανῶν εἶναι πάγκοινον· καὶ ἀπὸ παντοῦ ἀκούγονται φωνὲς ποὺ φαίνεται νὰ ἐπιζητοῦν διακαῶς τὴν ἕνωσιν καὶ τὴν καταλλαγὴν πάντων τῶν διεστώτων μερῶν τοῦ πατρίου ἑορτολογίου. ῾Η ἕνωσις εἶναι καλὸν πρᾶγμα, ἀλλ᾿ ὅταν πρόκειται διὰ τὸν ἐκκλησιαστικὸν χῶρον, αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ εἶναι πρωτίστως ἕνωσις καὶ ἑνότητα ἐν τῇ πίστει. ῾Η πίστις, ἡ ᾿Ορθόδοξος δηλαδὴ ὁμολογία, εἶναι ὁ θεμέλιος λίθος τῆς ᾿Εκκλησίας· καὶ χωρὶς τὴν συμφωνίαν εἰς τὴν πίστιν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀληθὴς ἕνωσις. 
῾Ο Χριστὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ δι᾿ αὐτὸ ἡ ἀλήθεια εἶναι μία, καὶ κάθε ἕνωσις θὰ πρέπει νὰ πραγματώνεται βάσει αὐτῆς τῆς ἀληθείας. ῾Η ἕνωσις καὶ ἡ ἑνότητα τῶν διεστώτων μερῶν θὰ πρέπει νὰ γίνεται μὲ μοναδικὸν γνώμονα τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἀκεραιότητα τῆς πίστεως. ᾿Εὰν αὐτὴ θιχθεῖ, ἔστω καὶ εἰς τὸ ἐλάχιστον, τότε παύει νὰ ὑφίσταται ὁ πραγματικὸς σκοπὸς τῆς ἑνώσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ κατὰ Θεὸν προαγωγὴ τοῦ ἔργου τῆς ᾿Εκκλησίας, μὲ τὴν ἐν ἀληθείᾳ ἔκφρασιν τῆς λατρείας πρὸς τὸν ἀληθινὸν Θεόν.
Γίναμε προσφάτως μάρτυρες τοῦ ἑνωτικοῦ ἐγχειρήματος δύο «παρατάξεων» τοῦ πατρίου ἑορτολογίου. Οἱ Κυπριανίτες, πρώην ᾿Ενιστάμενοι, συνενώθησαν μὲ τὸ σωματεῖον «᾿Εκκλησία Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος» τοῦ κ. Καλλινίκου Σαραντόπουλου.  Πολλοὶ ἦσαν ἐκεῖνοι ποὺ ἐξεδήλωσαν τὴν χαρά τους μὲ διθυραμβικὰ σχόλια, ἄλλοι ἀπὸ ἄγνοια καὶ κάποιοι δι᾿ ἄλλους λόγους. ῾Ορισμένοι, μάλιστα, λαϊκοί, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ πρόσκεινται εἰς τὴν ἰδικήν τους παράταξιν καὶ εἶναι θιασῶται τῆς ἐν λόγῳ ἑνώσεως, ζήτησαν καὶ τὴν ἡμετέραν συμμετοχήν, εἰς τὸ μόρφωμα ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὴν ἕνωσιν τῶν δύο μερῶν.
Ἕως τώρα, ὡς Ἱερὰ Σύνοδος καὶ  Ἐκκλησία, ἐπελέξαμε τὸν δρόμον τῆς σιωπῆς, ἀφοῦ δὲν μᾶς ἀφοροῦσαν ἄμεσα τὰ ὅσα διεδραματίζοντο. Κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας ὅμως, εἰς ἰστοσελίδας τοῦ διαδικτύου («Κρυφὸ Σχολειό» καὶ «Ἐν τούτῳ Νίκα» [«Κ.Σ.» καὶ «Ε.τ.Ν.»]) εἰς τὰς ὁποίας γίνεται λόγος περὶ τῆς ἑνότητος τῶν Γ.Ο.Χ., κατηγορούμεθα διὰ τὴν ἀνθενωτικὴν στάσιν ποὺ ἐπιδείξαμε ἔναντι τῆς ἑνώσεως ποὺ προσφάτως ἔλαβε χώραν. Ἀπὸ τὴν στιγμήν, λοιπόν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐμπλέκεται τὸ ὄνομά μας, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀπολογηθοῦμε —τρόπον τινά— καὶ νὰ ἀπαντήσουμε εἰς τὸ διατί τηρήσαμε καὶ τηροῦμε  αὐτὴν τὴν «ἀνθενωτικὴν» —σύμφωνα μὲ τὸ «Κ.Σ.» καὶ «Ε.τ.Ν.»— στάσιν, οὕτως ὥστε νὰ μὴν ὑπάρχουν ἀπορίες καὶ νὰ μὴν πλανῶνται ἐρωτήματα ποὺ ἐναγωνίως ἀναζητοῦν τὴν ἀπάντησή τους.
Πρὶν περάσουμε ὅμως εἰς αὐτό, θά θέλαμε νὰ κάνουμε δύο-τρεῖς ἐπισημάνσεις εἰς τὰ ὅσα λέγουν τὸ «Κ.Σ.» καὶ «Ε.τ.Ν.» εἰς τὸ κείμενο ποὺ φέρει τὸν τίτλον «Ἀπαραίτητη ἡ ἑνότητα γιὰ τὴν πνευματική μας ἐπιβίωση». Εἰς τὴν ἀρχὴν οἱ συντάκτες τοῦ ἐν λόγῳ κειμένου γράφουν τὰ ἑξῆς: « Ἐνῶ ἀποδείχθηκε πὼς μὲ θυσιαστικὸ πνεῦμα καὶ ἐν Χριστῷ ἀγάπη οἱ διαφορὲς ξεπερνιοῦνται καὶ ἡ ἑνότητα τῶν γνησίων Ὀρθοδόξων ἐπιτυγχάνεται εὔκολα, ἀφοῦ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ‘‘τὰ ἀσθενῆ θεραπεύει καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῖ’’, οἱ ὑπεύθυνοι τῆς Συνόδου αὐτῆς (σ.σ. ἐννοεῖ τῆς ἡμετέρας) ὄχι μόνο γύρισαν τὴν πλάτη στὸ θαῦμα αὐτό, ἀλλὰ ἀντέδρασαν τελείως παιδιάστικα χειροτονώντας ὄχι ἕναν, οὔτε δύο, ἀλλὰ ἐννέα νέους ἐπισκόπους, δηλαδὴ σχεδὸν τοὺς μισούς τους ἱερομονάχους!».
Πρωτίστως θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τοὺς συντάκτες ὅτι θαύματα κάνει καὶ ὁ διάβολος, καὶ μάλιστα —πολλὲς φορὲς— πολὺ ἐντυπωσιακά!  Ἔπειτα, «παιδιάστικα» ἀντιδράσαμε ἐμεῖς ἢ ἐκεῖνοι ποὺ τὸ 1979, εἰς τὸ πρωτοφανὲς ἐκκλησιαστικὸ πραξικόπημα, χειροτόνησαν ὁκτὼ νέους ἐπισκόπους, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἴχνος —ἕνα μικρὸ ἔστω λείψανο— ποιμνίου; Λησμονοῦν μήπως ἐπίσης, ὅτι ὅταν ὁ Κυπριανὸς Κουτσούμπας —τὸν ὁποῖον τώρα ‘‘λιβανίζουν’’ μετὰ θάνατον— ἐπρόκειτο  νὰ συστήσῃ τὴν σύνοδο τῶν Ἐνισταμένων, συνέπραξε ἀκόμη καὶ μὲ τὸν Ἰταλὸ Τζιοβάνι, πρόσωπο ἀμφιλεγόμενον (ἐκατηγορεῖτο διὰ δολοφονία) καὶ εἶναι ζήτημα ἀκόμη τὸ ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἦτο Ὀρθόδοξος;
Ἀκολούθως, συνεχίζουν κατωτέρω τὸ «Κ.Σ.» καὶ «Ε.τ.Ν.» ἀναφερόμενα εἰς τὴν Ἱερὰν ἡμῶν Σύνοδον: «Καὶ ἂν τὸ νὰ ἀποδέχονται καθηρημένους ἀπὸ ἄλλες Συνόδους τῶν Γ.Ο.Χ. μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ... πῶς ὅμως μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ ἡ ἀποδοχὴ καθηρημένων ἀπὸ τὸ χῶρο τοῦ νέου ἡμερολογίου, καθηρημένων ὄχι γιὰ “Παλαιοημερολογιτισμό” (δηλαδὴ γιὰ λόγους  πίστεως), ἀλλὰ γιὰ ἠθικὰ καὶ ἄλλα κανονικὰ παραπτώματα;». Ἐμεῖς ὡς ἀπάντηση ἐδῶ, τοὺς ζητᾶμε νὰ γίνουν πιὸ συγκεκριμμένοι. Ἂς μᾶς ὑποδείξουν ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ κληρικοί. Ποίους ἐννοοῦν συγκεκριμμένα; Πρὶν τὸ πράξουν δὲ αὐτό, ἂς ρίξουν μία ματιὰ εἰς τὴν συγκολλημένην παράταξίν τους, νὰ ἰδοῦν πόσους τοῦ εἴδους φιλοξένησαν κατὰ τὸ παρελθὸν, ἢ καὶ ἀκόμη περιθάλπουν! 
Ἐν πάσῃ περιπτώσει, διὰ νὰ περάσουμε εἰς τὸ προκείμενον, ξεκινώντας τὴν ἀπολογία μας, τὸ πρῶτο ποὺ ἔχουμε νὰ παρατηρήσουμε εἶναι, ὅτι τὸ ἀρχιερατικὸν συλλείτουργον ποὺ ἐπισφράγισε τὴν ἔνωσή τους, πραγματοποιήθηκε κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, τὴν 10ην Μαρτίου μὲ τὸ ἰουλιανὸν ἡμερολόγιον, ἡμέρα ἀποφρὰς (τῆς μαύρης ἐπετείου) γιὰ τὴν ᾿Εκκλησίαν, διότι τὴν 10ην Μαρτίου τοῦ 1924, ἄλλαξε τὸ ἡμερολόγιον ἐν ῾Ελλάδι. ῾Η τραγικὴ εἰρωνία εἶναι, ὅτι ὁ ἀρχιεπίσκοπος τῶν Σωματειακῶν Καλλίνικος, εἰς τὸ τέλος τοῦ ἑνωτικοῦ συλλειτούργου (10ην/23ην Μαρτίου), ἀνακοίνωσε ὅτι σὲ δύο ἡμέρες θὰ πραγματοποιηθῇ ἐκδήλωση γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὡσὰν νὰ ἑόρταζαν τὸν Εὐαγγελισμὸ μὲ τὸ νέον ἡμερολόγιον, κάτι ποὺ μᾶς παραπέμπει στὸ 1924 καὶ πάλι, ὅταν τὴν ἴδια ἡμέρα οἱ μέχρι τότε παλαιοημερολογίτες καὶ μετ’ οὐ πολύ νεοημερολογίτες πλέον ἱεράρχες καὶ κληρικοὶ ποὺ ἀπεδέχθησαν τὴν καινοτομία, καλοῦσαν τὸν λαὸ νὰ ἑορτάσῃ μετὰ ἀπὸ δύο ἡμέρες τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου.
Τὸ δέ πολυδιαφυμιζόμενον καὶ πολυμεταφρασμένον εἰς διαφόρους γλώσσας κείμενον τὸ ὁποῖον συνυπέγραψαν, μὲ μία πρώτη ματιά, φαίνεται νὰ διατυπώνῃ ὀρθῶς θέματα τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησιολογίας καὶ κανονικότητος, τὰ ὁποῖα πραγματεύεται. Μὲ μία προσεκτικωτέραν ὅμως ματιά, διαπιστώνει κανεὶς θέσεις ποὺ τὸν βάζουν σὲ σκέψεις καὶ τὸν δημιουργοῦν ἔντονον προβληματισμόν. Τὸ κείμενον ἐμφορεῖται ἀπὸ ἀμφίσημες ἐκφράσεις καὶ ἐπιτηδευμένες —μᾶλλον— ἑρμηνευτικὲς ἀσάφειες, οἱ ὁποῖες προέρχονται ἀπὸ μίαν ἐπικίνδυνην ἐκκλησιολογικὴν διγλωσσίαν, ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ σύγχυσιν, καὶ μαζὶ μὲ τὴν ἔντονη ἀντιοικουμενιστική του ρητορικήν, παραπλάνησιν εἰς τοὺς ἀναγνώστας. Εἶναι γνωστὲς τοὐλάχιστον οἱ βασικὲς διαφορὲς καὶ οἱ ὑφιστάμενες ἄχρι τοῦδε διαφωνίες εἰς δογματικόν-ἐκκλησιολογικὸν ἐπίπεδον τῶν δύο παρατάξεων. Διαφορὲς καὶ διαφωνίες, οἱ ὁποῖες ὅμως δὲν θίγονται ἀπὸ τὸν συντάκτην τοῦ κειμένου, ἀλλὰ συνεχίζουν νὰ ὑφίστανται ἐντὸς ἑνὸς ἀσαφοῦς καὶ συγκεχυμένου περιβάλλοντος. 
Μέσα εἰς αὐτὸ τὸ ἀκαθόριστον καὶ ὀμιχλῶδες τοπίον, φαίνεται οἱ «Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος» νὰ ὑποχωροῦν εἰς καιρίας θέσεις τοῦ πιστεύω τους καὶ νὰ ἐγκαταλείπουν θεμελιώδεις ἀρχὰς καὶ διακηρύξεις, ἀφομοιούμενοι εἰς τὸ «Κυπριανιτικὸν» φρόνημα. Μάλιστα, ἔχουμε τὴν πληροφορία, ὅτι τὸ κείμενον συνετάχθη ἀπὸ τὸν Φώτιον, Κυπριανίτην ἐπίσκοπο τῆς Τριάδιτσα Βουλγαρίας, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐν τέλει δὲν τὸ ὑπέγραψε. ᾿Εὰν ὄντως ἰσχύει κάτι τέτοιο, τότε εἶναι προφανές, ὅτι ὁ συντάκτης γράφει πράγματα ποὺ ὁ ἴδιος οὐσιαστικὰ δὲν πιστεύει, καὶ καταγράφει θέσεις ποὺ ὁ ἴδιος δὲν ἀσπάζεται. ᾿Εμεῖς, ἀπολογούμενοι ἀπὸ τὴν μίαν, διὰ τὸ ὅτι δὲν συμμετέχομεν εἰς μίαν τέτοιου εἴδους ἕνωσιν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην, θέλοντας νὰ ἐπιστήσουμε τὴν προσοχὴν σὲ κάθε καλοπροαίρετον —λαμβάνοντας τὴν ἀφορμὴν ἀπὸ τὰ ὅσα μᾶς καταμαρτυροῦν τὸ «Κ.Σ.» καὶ «Ε.τ.Ν.»— θὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ καταδείξουμε ἀκολούθως τὸ διατί δὲν μᾶς ἐκφράζει ἕνα τέτοιο κείμενον, τὸ ὁποῖον ἀθετεῖ καὶ ἀποσιωπᾷ τὰς πάλαι ποτὲ ἀκραιφνεῖς ὁμολογιακὰς ἐκκλησιολογικὰς θέσεις τῶν Γ.Ο.Χ.. 
Εἰς τὸ πρῶτον κεφάλαιον τοῦ ἐν λόγῳ κειμένου, ἀναφέρονται εἰς τὸν ἀγῶνα ποὺ διεξάγει ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία ἔναντι τῆς αἱρέσεως καὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ ὁμιλοῦν διὰ βασικὲς ἐκκλησιολογικὲς ἀρχὲς τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδοξίας, τὶς ὁποῖες ὅμως οἱ ἴδιοι δὲν ἐφαρμόζουν ἐν τῇ πράξει. Λέγουν πολὺ σωστὰ ὅτι διὰ νὰ ὑπάρξῃ μυστηριακὴ κοινωνία τῶν πιστῶν μεταξύ τους, θὰ πρέπει ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεσις νὰ προηγεῖται ἡ ἑνότητα ἐν τῇ πίστει καὶ τῇ ὀρθῇ ὁμολογίᾳ. Νὰ ὑπάρξῃ δηλαδὴ πρῶτα, συμφωνία ἐν τῇ πίστει. Οἱ ἴδιοι ὅμως —καὶ θὰ δοῦμε τὸ πῶς— ἑνώθησαν μυστηριακά, χωρὶς πρῶτα νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν συμφωνίαν μεταξύ τους εἰς τὰ θέματα τῆς πίστεως. 
Εἰς τὴν παράγραφον 10 οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου ἐπεξηγοῦν τὸν ΙΕ΄ Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, χωρὶς ὅμως νὰ λαμβάνουν ὁλοκληρωμένως ὑπ᾿ ὄψιν τὴν ἱεροκανονικήν του ἑρμηνείαν. Γράφουν· «Πᾶς ἐπίσκοπος, κηρύττων “αἵρεσιν δημοσίᾳ” καὶ “γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ᾿ ᾿Εκκλησίας” καὶ διδάσκων “ἕτερον εὐαγγέλιον παρ᾿ ὃ παρελάβομεν” ἢ εὑρίσκεται εἰς συγκρητιστικὴν κοινωνίαν μὲ ἀλλοδόξους καὶ ἀλλοθρήσκους, ...καθίσταται “ψευδεπίσκοπος” καὶ “ψευδοδιδάσκαλος” ·οἱ δὲ κοινωνοῦντες  μετ᾿ αὐτοῦ ᾿Επίσκοποι, ἀδιαφοροῦντες ἢ ἀνεχόμενοι ἢ ἀποδεχόμενοι τὸ φρόνημα καὶ τὰς πρακτικὰς αὐτοῦ ἐκφράσεις “συνόλλυνται”», καὶ καταλήγουν· «παύοντες οὕτω νὰ εἶναι Κανονικοὶ καὶ Κοινωνικοί». Σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ συγκεκριμένου κανόνος, ἡ ὁποία εἶναι καταγεγραμμένη εἰς τὸ ῾Ιερὸν Πηδάλιον, οἱ ψευδεπίσκοποι αὐτοὶ καὶ ψευδοδιδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι κηρύσσουν αἵρεσιν «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», χαρακτηρίζονται ξεκάθαρα ὡς αἱρετικοί, ἀπὸ τοὺς ὁποίους δύναται καὶ ὀφείλει κάθε πιστὸς νὰ χωρισθῇ, ἀκόμη καὶ πρὸ Συνοδικῆς καταδίκης αὐτοῦ, διὰ νὰ παραμείνῃ ᾿Ορθόδοξος. 
Οἱ συντάκτες τοῦ ἐν λόγῳ κειμένου ἀποφεύγουν νὰ προσδιορίσουν τοὺς ψευδεπισκόπους μὲ τὴν ἠχηρὰν καὶ ξεκάθαρην λέξιν τοῦ «αἱρετικοῦ» καὶ ἁρκοῦνται εἰς τὸ (πιὸ μετριούμενον) «ψευδεπίσκοπος» καὶ «ψευδοδιδάσκαλος». ῾Ως τέτοιος, ὅμως, δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ ἕνας ἐπίσκοπος τῆς ᾿Εκκλησίας, διὰ θέματα ποὺ δὲν ἅπτονται ἀπαραιτήτως τῆς πίστεως καὶ τοῦ ὑγιοῦς φρονήματος. ῞Ενας ἐπίσκοπος ποὺ δὲν πράττει καὶ κηρύττει σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου, ἔστω καὶ ἐὰν δὲν πίπτει εἰς τὸ ἁμάρτημα τῆς αἱρέσεως, θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ψευδοδιδάσκαλος καὶ ψευδεπίσκοπος. Θὰ μποροῦσε, δηλαδή, νὰ διευκρινισθῇ εἰς τὸ κείμενό τους, μὲ βάσιν τὴν ὡς ἄνω ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ὅτι τὸ «ψευδεπίσκοπος» συνιστᾷ τὸν αἱρετικὸν, διὰ τὴν ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων καὶ τὴν πλέον ξεκάθαρην καὶ κρυσταλλίνην τοποθέτησίν τους ἐπὶ τοῦ θέματος. Σύμφωνα μὲ τὰ ἀνωτέρω, οἱ Οἰκουμενιστὲς ποὺ κηρύσσουν αἵρεσιν «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» καὶ εὑρίσκονται εἰς συγκρητιστικὴν κοινωνίαν μὲ ἀλλοθρήσκους καὶ ἀλλοδόξους, δὲν χαρακτηρίζονται ξεκάθαρα ὡς αἱρετικοὶ καὶ ἀρνητὲς τῆς πίστεως. Δέον, λοιπόν, νὰ προσδιορισθῇ ἐὰν αὐτοὶ ποὺ «συνόλλυνται» μὲ τὸν ψευδεπίσκοπον, καταδικάζονται λόγῳ τοῦ αἱρετικού τους φρονήματος, ἢ λόγῳ ἄλλων αἰτιῶν.
Εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Β΄ κεφαλαίου χαρακτηρίζουν τὸν Οἰκουμενισμὸν ὡς «αἵρεσιν ἐξ αἱρέσεων καὶ παναίρεσιν ἐκ παναιρέσεων· ἀμνήστευσιν πασῶν τῶν αἱρέσεων, ὄντως καὶ ἀληθῶς Παναίρεσιν· τὸν ὑπουλότερον ἀντίπαλον τῶν κατὰ τόπους ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν, ὡς καὶ τὸν πλέον ἐπικίνδυνον ἐχθρὸν τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου». Μὲ τέτοια δριμύτητα, θὰ ἔλεγε κανείς, ὅτι δὲν μποροῦν νὰ κατηγορηθοῦν οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου πὼς εἶναι διφορούμενοι ἢ χλιαροὶ ὡς πρὸς τὸν Οἰκουμενισμό. Πρόκειται ὅμως γιὰ μία (πολὺ) ρητορικὴ καταδίκη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καθὼς ὅπως θὰ διαπιστώσουμε κατωτέρω, μὲ τὰ ὅσα γράφονται, ἀποδυναμώνονται σημαντικὰ οἱ γνήσιες ὀρθόδοξες θέσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐγκυρότητα ἢ μὴ τῶν μυστηρίων τῶν Οἰκουμενιστῶν-Νεοημερολογιτῶν.  
Εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον ἀναφέρονται εἰς τὴν πεπλανημένην θεωρίαν τῶν Προτεσταντῶν «περὶ ἀοράτου ἐκκλησίας μὲ ἀσαφῆ ὅρια». (᾿Αναρωτᾶται ὅμως κανεὶς ἐὰν οἱ ἴδιοι ἔχουν ἀποσαφηνίσει τὰ ὅρια τῆς ᾿Εκκλησίας, ὅταν δέχονται —ὅπως θὰ φανῇ κατωτέρω (οἱ Κυπριανίτες)— ὅτι καὶ οἱ νεοημερολογίτες εἶναι μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας, καὶ ὅτι δι᾿ αὐτὸ μποροῦν ἀκωλύτως νὰ κοινωνοῦν τῶν ᾿Αχράντων Μυστηρίων). 
Εἰς τὸ ἄρθρον 4 ὁμιλοῦν διὰ τὸν ᾿Ελευθεροτεκτονισμὸν (Μασωνίαν). ῾Η μία, ὅμως, ἀπὸ τὰς δύο συνόδους ποὺ ἑνώθησαν, καὶ συγκεκριμμένα οἱ Σωματειακοί, εἰς τὸν ἐπίσημον ἡμεροδείκτην τους τὸ 2013 φιλοξενοῦν ἕνα καθαρὰ μασωνικὸν σύμβολο. Μᾶς εἶναι βεβαίως πολὺ δυσάρεστο αὐτό, καὶ δὲν θὰ θέλαμε νὰ τὸ πιστεύσουμε, πολλὰ εἶναι ὅμως αὐτὰ ποὺ λέγονται διὰ ἰδιαίτερες σχέσεις ἱεραρχῶν τῶν Σωματειακῶν, ἢ ἀτόμων ποὺ τοὺς περιβάλουν, ἢ ἀκόμη καὶ στενῶν οἰκογενειακῶν προσώπων, μὲ τὴν μασωνίαν καὶ τὶς στοές της.
Εἰς τὸ ἄρθρον 7 θὰ μπορούσαν ἴσως νὰ ἀναφέρουν, ὄντες πιὸ ξεκάθαροι εἰς τὴν διατύπωσίν τους, ὅτι ἡ ἡμερολογιακὴ καινοτομία προσέβαλε τὸ δόγμα τῆς ἑνότητος τῆς ᾿Εκκλησίας, διότι ἐπέφερε σχίσμα εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ὁδηγοῦσα εἰς τὴν ἀπόσχισιν τῶν ἀκολουθησάντων τὸ νέον ἡμερολόγιον ἀπὸ τὴν Καθολικὴν ᾿Εκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ. 
Εἰς τὸ τρῖτον κεφάλαιον ἐξηγοῦν τί εἶναι «Σεργιανισμός». ᾿Απὸ ὅσα λέγουν καταδικάζοντες τὸν Σεργιανισμόν, φαίνεται νὰ ἰσχύουν ἀρκετὰ διὰ τὸ ἐκκλησιοσωματεῖον τους. Μήπως καὶ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ καταστῇ «ἄβουλον ὄργανον κατὰ τὴν ἀδυσώπητον πολεμικὴν (τῶν κρατούντων) ἐναντίον Αὐτῆς τῆς ἰδίας τῆς ᾿Εκκλησίας»; (Κεφ. Γ΄: Σεργιανισμός, §1). Μήπως καὶ αὐτὸ (τὸ ἐκκλησιοσωματεῖον) δὲν ἔλαβε «μίαν τυπικὴν προσαρμογὴν εἰς τὴν νομιμότητα, δυναμένη νὰ χρησιμοποιηθῇ, προκειμένου νὰ δικαιολογήσῃ πᾶσαν ἀνομίαν τῆς διοικούσης ῾Ιεραρχίας» τους (Κεφ. Γ΄, §4); Καί, μήπως δὲν «ἐκποιεῖ (αὐτὸ) τὴν ἐλευθερίαν τῆς ᾿Εκκλησίας, μὲ ἀντάλλαγμα τὸ κέρδος τῆς φιλίας μετὰ τῶν ἰσχυρῶν τοῦ κόσμου τούτου, μεθ᾿ ὅλων βεβαίως τῶν συναφῶν ὑλικῶν συμφερόντων καὶ τῆς περιόπτου κοινωνικῆς θέσεως» (Κεφ. Γ΄, §6); «Εἰς τὴν μεταλλαγμένην ταύτην μορφὴν σήμερον, ὁ ἰὸς τοῦ Σεργιανισμοῦ, ὡς νεο-Σεργιανισμὸς ἢ μετα-Σεργιανισμός» ὑπὸ «ἄλλην πολιτειοκρατικὴν μορφήν», ἀπὸ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1995 «προσέβαλε» καὶ τὸν χῶρον τῆς γνησίας ᾿Ορθοδοξίας. Σκοτεινὰ κέντρα, ἔχοντα ὡς ὄργανά των, τοὺς ὑπερμάχους πρωτοστάτας τῆς σωματειοποιήσεως τῆς ᾿Εκκλησίας, «Πενταπόλεως» Καλλιόπιον καὶ «᾿Αχαΐας» Καλλίνικον Σαραντόπουλον (νῦν ἀρχιεπίσκοπον τῆς παρατάξεώς των), κατάφεραν νὰ ὑποβιβάσουν τὴν ᾿Εκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ εἰς τὴν τάξιν ἑνὸς ἁπλοῦ σωματείου, ὑποτάσσοντες τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐλευθερίαν Αὐτῆς εἰς ἓν εἶδος νομιμοφανοῦς «ἐγκοσμιοκρατικῆς» καὶ «ψευδοῦς Κανονικότητος» (Κεφ. Γ΄, §7). «Μετεσχηματίσθη» ἔτσι καὶ μετηλλάχθη ἡ παράταξίς των εἰς «Νομικὸν Πρόσωπον ᾿Ιδιωτικοῦ Δικαίου», μὲ τὴν ἐπωνυμίαν «Σωματεῖον ᾿Εκκλησία Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος». 
῎Ετσι ἀπέκτησαν ἐκ μέρους τῶν ἀντιχρίστων καὶ ἀθέων κυβερνόντων, μία περιττὴν καὶ ἤκιστα ἀναγκαίαν κρατικὴν ἀναγνώρισιν καὶ ἰσχύν. Καί μάλιστα, δὲν ἠρκέσθησαν μόνον εἰς τοῦτο, ἀλλὰ ὁ πρώην ἀρχιεπίσκοπός των Χρυσόστομος Κιούσης ἔγινε δεκτὸς εἰς συνάντησιν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς ῾Ελληνικῆς Δημοκρατίας, μὲ αἴτημα πρωτίστως νὰ ἀναγνωρισθοῦν ὡς ἡ μόνη κανονικὴ ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. καὶ ἔπειτα νὰ διωχθοῦν ὅλες οἱ ἄλλες παλαιοημερολογιτικὲς παρατάξεις ποὺ χρησιμοποιοῦν τὸ ὄνομα «᾿Εκκλησία Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος».  Καὶ ἀσφαλῶς, οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου εἶναι οἱ πρῶτοι ποὺ δὲν «τηροῦν μίαν γνησίαν Πατερικὴν στάσιν» ἀπέναντι εἰς τὸν Σεργιανισμόν, μὲ τὴν ἵδρυσιν καὶ διατήρησιν τοῦ ᾿Εκκλησιοσωματείου των, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως ὁ Σεργιανισμός «εἰσεχώρησε καὶ ἐνεσπάρη εἰς τὸ Σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας (των) μὲ ὕπουλον καὶ διαβρωτικὸν τρόπον» (Κεφ. Γ΄, §8). Μάλιστα, μὲ τὴν πράξιν τῆς σωματειοποιήσεώς τους, ἔδωσαν τὴν εὐκαιρίαν καὶ εἰς τοὺς νεοημερολογίτες νὰ κατηγοροῦν ἐμᾶς τοὺς Γ.Ο.Χ. —τὸν Χρυσόστομον Κιούσην καὶ τὴν παράταξίν του— ὅτι ἐξομοιόσαμε τὴν ᾿Εκκλησίαν μὲ σωματεῖον, κάτι ποὺ ἔχουν ἀποτολμήσει μόνον οἱ αἱρετικοὶ Προτεστάντες. (Βλέπε σχετικῶς, βίντεο ποὺ φιλοξενεῖται εἰς τὸ διαδίκτυον καὶ περιλαμβάνει ὁμιλία τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση διὰ τὴν ᾿Εσφιγμένου καὶ τοὺς Γ.Ο.Χ.. Καὶ συγκεκριμμένα τὴν φωτογραφία τοῦ Χρυσοστόμου Κιούση μὲ τὸ σχετικό σχόλιο [52΄.20΄΄] ἐδῶ).
Εἰς τὸ κεφάλαιον Δ΄ ἀποφεύγουν ἐπιμελῶς νὰ χαρακτηρίσουν τὶς «ἐπίσημες ᾿Εκκλησίες» ὡς αἱρετικές. Λέγουν, ἐξακριβώνουν, ἐντοπίζουν, διαπιστώνουν  ἐπιτυχέστατα τὴν παναίρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλ᾿ ἀποφεύγουν νὰ ὀνομάσουν τὶς ᾿Εκκλησίες ποὺ συμμετέχουν εἰς τὴν οἰκουμενικὴν κίνησιν ὡς αἱρετικές. Εἰς τὴν παράγραφον 5, ὡς μίαν ἀπὸ τὶς μορφὲς ἀποστασίας ἀπὸ τὴν ᾿Ορθοδοξίαν τῶν λεγομένων «ἐπισήμων ᾿Εκκλησιῶν», ἀναφέρουν «τὴν υἱοθὲτησιν μιᾶς  ἀντιπατερικῆς ἑρμηνείας τῆς ᾿Εκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας». Μία υἱοθέτησις ὅμως, ποὺ —ὅπως θὰ δοῦμε κατωτέρω— χαρακτηρίζει καὶ τοὺς ἰδίους. 
Εἰς τὴν παράγραφον 6 ὁμιλοῦν διὰ τὴν διαδικασίαν καὶ ὄχι διὰ τὴν αἵρεσιν τῆς συγκρητιστικῆς ἀποστασίας. ῾Υπογραμμίζουν ὅτι ἡ Γνησία ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία «ἀδυνατεῖ νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε προσευχητικήν» καὶ «μυστηριακὴν κοινωνίαν» μὲ «τὰς ῾Ιεραρχίας» τῶν «ἐπισήμων ᾿Εκκλησιῶν». ῞Οταν ὅμως ἀναγνωρίζεις καὶ ἀποδέχεσαι ὡς ἔγκυρα τὰ μυστήρια ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ χώρου, αὐτὸ δὲν σημαίνει αὐτόματα ὅτι ἔχεις μυστηριακὴν καὶ προσευχητικὴν κοινωνίαν μετ᾿ αὐτοῦ; ᾿Αναγνωρίζεις ὡς ἐκκλησίαν τὸν χῶρον ἐκεῖνον, ποὺ τὰ μυστήριά του ἔχουν θείαν Χάριν καὶ μποροῦν νὰ σώζουν. ῏Αρα, ἐκ τῶν πραγμάτων, ἔχεις κοινωνία μὲ τὸν χῶρον αὐτόν. Μήπως, λοιπόν, οἱ Κυπριανῖται ἔπαυσαν νὰ δέχονται ὡς ἔγκυρα τὰ μυστήρια τῶν νεοημερολογιτῶν, τῶν κοινωνούντων μὲ τὴν παναίρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ; Μήπως ἔπαυσαν νὰ ἔχουν σχέση καὶ κοινωνία μὲ ἱεράρχες καὶ κληρικοὺς ποὺ ἐμφοροῦνται ἀπὸ οἰκουμενιστικὰ φρονήματα; Μήπως δὲν εἶναι σὲ κοινωνία μὲ τὸν Ρῶσο ἐπίσκοπο ᾿Αγαθάγγελο, ὁ ὁποῖος ἔχει συμφωνήσει μὲ τὸν πρώην πατριάρχη ῾Ιεροσολύμων Εἰρηναῖο διὰ τὴν ἀπὸ κοινοῦ μνημόνευσιν εἰς τὴν λειτουργία; Τί σημαίνει αὐτὸ ἐὰν ὄχι ὅτι ὁ ᾿Αγαθάγγελος, καὶ ἑπομένως καὶ οἱ Κυπριανῖται, εἶναι σὲ κοινωνία μὲ τὸν Οἰκουμενισμό; 
Καὶ μιᾶς καὶ ἀναφερόμαστε στὸ μεγάλο εὕρημα τῶν Κυπριανιτῶν, τὸν ᾿Αγαθάγγελο, ἂς ποῦμε καὶ ὀλίγα τινὰ περὶ αὐτοῦ, διὰ νὰ γνωρίσουμε λίγο καλύτερα τὸ ποιόν του, καὶ νὰ διαπιστώσουμε μὲ τί «διαμάντια» ἔχουν σχέση οἱ Κυπριανίτες, καὶ δι᾿ αὐτοῦ πλέον καὶ οἱ Σωματειακοί. Τὸ 1996, λίγο ἀφ᾿ ὅτου ἔγινε ἐπίσκοπος, ἔγραψε εἰς τὴν ἐπίσημον ἐφημερίδα τῆς δικαιοδοσίας του εἰς τὴν ᾿Οδησσό, ὅτι οἱ Παπικοί, οἱ Μονοφυσίτες καὶ οἱ Παλαιόπιστοι ἔχουν χάρη στὰ μυστήριά τους. ῞Ολοι οἱ Ρῶσοι Γνήσιοι ᾿Ορθόδοξοι ἐπίσκοποι, κατὰ τὴ γνώμη του, εἶναι χωρὶς θεία Χαρη. ᾿Ενῶ διὰ τὸ πατριαρχεῖο Μόσχας, τὸ ὁποῖον δῆθεν τὸ καταδικάζει, ἀρνεῖται νὰ πῇ ὅτι δὲν ἔχει θεία Χάρη. Καὶ λέμε δῆθεν, διότι ὁ ᾿Αγαθάγγελος τὸ 2011 ἔλαβε τρεῖς ἐνορίες στὴν ἀνατολικὴ Ρωσία μαζὶ μὲ τοὺς ἱερεῖς τους, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν ἀποδεκτοὶ μὲ μία πολὺ πρωτότυπη ἐξαίρεση· τοὺς παραχώρησε τὸ δικαίωμα νὰ παραμείνουν εἰς τὸ πατριαρχεῖον Μόσχας καὶ ταυτόχρονα νὰ εἶναι καὶ ὑπὸ τὴν πνευματικὴ ἐξουσία τοῦ ᾿Αγαθαγγέλου. Τὸ 2007 ἔλαβε ὑπὸ τὸ ὡμοφόριό του εἰς τὸ Κίεβο τὸν Οὐκρανὸ πολιτικὸ Κορτσίνσκι, ἀρχηγὸ μιᾶς ὑπερεθνικιστικῆς ναζιστικῆς ὀργάνωσης (Διὰ τὰς ὡς ἄνω πληροφορίας περὶ τοῦ κ. ᾿Αγαθαγγέλου, βλ.· Βλαδιμήρου Μός, ῾Η “Καλλινιτική” Οὐνία [῎Αρθρο]. Εἰς Διαδίκτυο βλ. ἐδῶ). Καὶ τώρα αὐτὸς ὁ ᾿Αγαθάγγελος ἔχει γίνει ἀποδεκτὸς σὲ κοινωνία μὲ τοὺς Σωματειακούς, χωρὶς νὰ τοῦ ζητηθῇ, ἐξ ὅσων γνωρίζουμε, νὰ διορθώσῃ ὁποιαδήποτε ἀπὸ τὶς ὡς ἄνω κραυγαλέες δογματικὲς καὶ κανονικὲς παραβάσεις του.
Εἰς τὸ Κεφάλαιον Ε΄, εἰς ὅλας τὰς παραγράφους εἶναι θετικὰ τὰ γραφόμενα. Εἰς τὴν παράγραφον 5 δικαιολογοῦν τὴν διακεκριμένην ἐκκλησιαστικήν-ἐκκλησιολογικὴν παρουσίαν τῶν Κυπριανιτῶν ὑπὸ τὸν τίτλον οἱ “᾿Ενιστάμενοι” καὶ ἀποπειρῶνται νὰ τοὺς ἐντάξουν ἐντὸς «τῶν ὁρίων τοῦ γνησίου ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος καὶ εὐαγγελικοῦ ἤθους, ὡς καὶ τῆς νομίμου καὶ κανονικῆς τάξεως». Σύμφωνα ὅμως μὲ τὸν Κυπριανὸν Κουτσούμπα, «ἡ ἀποτείχισις ἡμῶν (τοῦ Κυπριανοῦ δηλ.) ἀπὸ τῶν καινοτόμων πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἀποτελεῖ τὴν ὀρθὴν καὶ πατροπαράδοτον ἔνστασιν κατὰ τῆς πλάνης καὶ οὐδόλως ἔχει ἔννοια ὅτι ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν τὴν ᾿Εκκλησίαν» (βλ. «Φωνὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας» [Φ.Ο.], ἀρ. 811, σελ. 29). Δηλαδή, ἐνιστάμενοι αὐτοαποκαλοῦνται, διότι ἀποτειχίζονται, προσκαίρως καὶ ἄχρι καιροῦ, ἀπὸ τὴν κρατοῦσα ἐκκλησία, χωρὶς ποτὲ νὰ παύσουν νὰ πιστεύουν ὅτι αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν ᾿Εκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ.
Εἰς τὸ Κεφάλαιον ΣΤ΄, εἰς τὰς παραγράφους 1, 2, 3, 4 καὶ 5 γράφουν περὶ οἰκονομίας καὶ ἀκριβείας, τὰς ὁποίας κατὰ καιροὺς ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία διὰ τῶν Συνόδων ἐφήρμοσε. Κατόπιν τούτων, εἰς τὴν παρ. 6 προχωροῦν καὶ ἐκθέτουν τὸ τί πιστεύει ἡ «Γνησία ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία» περὶ τῆς ἐγκυρότητος ἢ μὴ τῶν μυστηρίων, τῶν τελουμένων ὑπὸ ἀρχιερέων καὶ ἱερέων ποὺ ἀκολουθοῦν τὸν νεοημερολογιτισμόν-οἰκουμενισμόν. Λέγουν συγκεκριμμένα ὅτι: «Εἰδικώτερον περὶ τῶν Μυστηρίων τῶν τελουμένων εἰς τὰς λεγομένας ἐπισήμους ὀρθοδόξους ᾿Εκκλησίας, ἡ Γνησία ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία δὲν διαβεβαιοῖ περὶ τοῦ κύρους αὐτῶν, οὔτε καὶ περὶ τῆς σωτηριολογικῆς ἀποτελεσματικότητος τούτων».
 
Δὲν διαβεβαιοῖ περὶ τοῦ κύρους τῶν μυστηρίων, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ τὰ ἀπορρίπτει. Δὲν ἀναγνωρίζει μὲ βεβαιότητα τὴν ἐγκυρότητα τῶν μυστηρίων, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ τὴν ἀρνεῖται. Λόγος «μεσοβέζικος» καὶ διπλωματικός, μὲ τὸν ὁποῖον πιθανῶς θὰ ἤθελαν νὰ συμβιβάσουν τὴν διαφωνίαν ποὺ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐγείρῃ ἡ ἐν προκειμένῳ διαφορὰ φρονήματος τῶν πιστῶν τῶν ἀκολουθούντων τὰς δύο παρατάξεις. Κατέφυγαν, λοιπόν, εἰς τὸν ρητορικὸν τοῦτον ἐλιγμόν, λέγοντες τὸ τί δὲν πιστεύουν, εἰς ἀντίθεσιν μὲ τοὺς Πατέρας τῆς ᾿Εκκλησίας, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν ῾Αγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, εἰς τοὺς ῾Ιεροὺς Κανόνας καὶ ῞Ορους τοὺς ὁποίους ἐξεθεταν, πάντοτε ὁμολογοῦσαν τί πιστεύουν, ὄχι τὸ τί δὲν πιστεύουν καὶ τί «δὲν διαβεβαιοῦν», ἔχοντες πάντοτε κατὰ νοῦν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου: «ἤτω δὲ ὑμῶν τὸ ναὶ ναί, καὶ τὸ οὒ οὔ» (᾿Ιακ. ε΄, 12). Καὶ χαρακτηρίζουμε τὸν λόγον τους «μεσοβέζικον», διότι μέχρι πρό τινος ἡ παράταξις τοῦ Καλλινίκου ἐπίστευε ὅτι εἶναι ἄκυρα τὰ μυστήρια τῶν νεοημερολογιτῶν. ᾿Αντιθέτως οἱ Κυπριανῖται φρονοῦν ὅτι αὐτὰ τὰ μυστήρια εἶναι ἔγκυρα καὶ δὲν στεροῦνται τῆς θείας Χάριτος.
᾿Εδῶ βλέπουμε, λοιπόν, νὰ ὑφέρπῃ καὶ νὰ ὑποκρύπτεται τὸ «κυπριανιτικὸν» φρόνημα. Λέγουν, μάλιστα, εἰς τὴν παρ. 6: «...εἰς ὅσους κοινωνοῦν “ἐν γνώσει” μετὰ τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ». ᾿Εδῶ φαίνεται νὰ ἰσχυρίζονται (ἂν καὶ ὄχι πολὺ καθαρά) ὅτι,  τὸ κατὰ πόσον ἢ ὄχι τὰ μυστήρια τῶν Οἰκουμενιστῶν ἰσχύουν, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ἐὰν τὸ ἄτομο ποὺ τοὺς πλησιάζει γνωρίζει διὰ τὴν αἵρεσιν ποὺ ἡ ᾿Εκκλησία του ὁμολογεῖ. Οὐδεὶς ὅμως ᾿Αποστολικὸς Κανόνας κάνει τὴν διάκρισιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ κοινωνοῦντος μὲ τὴν αἵρεσιν, ὡσὰν ἡ ἐγκυρότητα τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν νὰ ἦτο κάτι ὑποκειμενικό, καὶ ὄχι ἀντικειμενικὴ θεώρησις τῆς ἀληθείας ὅτι τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἄκυρα. Εἶναι ὡσὰν νὰ λέγουν: ᾿Εὰν κάποιος ἔχει ἐπίγνωσιν ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν αἵρεσιν, τότε τὰ μυστήρια εἶναι ἄκυρα. ᾿Εὰν ὅμως δὲν τὸ γνωρίζει, τότε τὰ μυστήρια τῆς αἱρέσεως αὐτῆς μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἔγκυρα. ῾Ο παραλογισμὸς δηλαδὴ καὶ ἡ ἀνευθυνότητα εἰς ὅλον της τὸ μεγαλεῖον. Βεβαίως, ἐν συνεχείᾳ τονίζουν πὼς «αἱ μυστηριολογικαὶ καὶ σωτηριολογικαὶ συνέπειαι εἶναι σοβαρώταται καὶ βαρύταται ὅταν πλήττεται ἡ καθαρότης τοῦ Δόγματος τῆς ᾿Εκκλησίας»· ἀλλὰ θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι μὲ αὐτὴν τὴν γενικολογία, σκοπός τους εἶναι νὰ διαφυλάξουν τὰ νώτα τους, καθὼς δὲν ξεκαθαρίζουν ἐὰν οἱ «ἐπίσημες ᾿Ορθόδοξες ᾿Εκκλησίες» —ὅπως τὶς ἀποκαλοῦν— πλήττουν τὴν καθαρότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δόγματος, μὲ τὶς συναναστροφὲς καὶ τὴν ἐπικοινωνία τους μὲ τοὺς πάσης φύσεως αἱρετικούς.
Εἰς τὴν παράγραφον 8 καὶ 9 μᾶς ἐξηγοῦν ὅτι· «ἡ ῾Αγία ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία ἔχει καθιερώσει καὶ συνοδικῶς τὴν χρῆσιν καὶ τῆς οἰκονομίας εἰς τοὺς “προστιθεμένους τῇ ᾿Ορθοδοξίᾳ καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων”, ὡς ἐμφαίνεται εἰς τὸν... 95ον Κανόνα τῆς ῾Αγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Πενθέκτης Συνόδου, διὰ τοῦ ὁποίου γίνονται δεκτοὶ ποικιλοτρόπως οἱ διάφοροι σχισματικοὶ καὶ αἱρετικοί, εἴτε μόνον διὰ Μετανοίας, Λιβέλλου καὶ ῾Ομολογίας... εἴτε διὰ χρίσματος, εἴτε διὰ βαπτίσματος». Μᾶς ἐξηγοῦν μὲν τὸν Κανόνα, σταματοῦν δὲ ἐκεῖ. Καὶ πάλιν ἀπουσιάζει ὁ ξεκάθαρος λόγος, διότι δὲν χαρακτηρίζουν τοὺς οἰκουμενιστάς-νεοημερολογίτας οὔτε ὡς αἱρετικούς, οὔτε ὡς σχισματικούς· κατὰ συνέπειαν δέ, οὔτε προσδιορίζουν, οὔτε ἀποφασίζουν ποῖον μέτρον θὰ χρησιμοποιήσουν, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ γίνονται δεκτοὶ οἱ διάφοροι προστιθέμενοι τῇ ᾿Ορθοδοξίᾳ.
Κατωτέρῳ εἰς τὰς παραγράφους 10 καὶ 11 γράφουν ὅτι· «Κατὰ γενικὸν κανόνα... γίνονται δεκτοὶ εἰς κοινωνίαν διὰ χρίσματος... ἀναλόγως τῶν κατὰ τόπους καὶ κατὰ περίπτωσιν ἰδιομορφιῶν, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἐπιεικεστέρας ἢ αὐστηροτέρας Τάξεως, ἀποφαίνεται ὁ ἐπιχώριος ᾿Επίσκοπος ἐπὶ τῇ βάσει συνοδικῶς ὁρισθέντων κριτηρίων ἢ ἡ ἁρμοδία σύνοδος», ἐφ᾿ ὅσον «ἕκαστος ῾Ιεράρχης ἔχει τὴν ἐλευθερίαν τῆς βουλήσεως εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ᾿Εκκλησίας, θὰ ἔχῃ δὲ νὰ ἀπολογηθῇ διὰ τὰς πράξεις αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου». Λησμονοῦν ὅμως ὅτι μία Σύνοδος εἶναι ἔγκυρη, κανονικὴ καὶ κατὰ πάντα ὀρθόδοξος, ὅταν συμφωνεῖ μὲ τὸ πνεῦμα τῶν Οἰκουμενικῶν, Τοπικῶν καὶ πρὸ αὐτῆς ὀρθοδόξων Συνόδων. Δὲν μπορεῖ ἕνας ἐπίσκοπος ἢ μία Σύνοδος νὰ ὑψώσῃ ὡς ἐπίσημη θέση καὶ πρακτικὴ τῆς ᾿Εκκλησίας, κάτι ποὺ γίνεται κατ᾿ ἐξαίρεσιν ἢ κατ᾿ οἰκονομίαν καὶ ἀναλόγως κάθε φορὰ μὲ τὴν περίπτωσιν. Μπορεῖ, βεβαίως, ἡ ΣΤ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος εἰς τὸν 95ον Κανόνα της, ὅπως καὶ ἄλλες Οἰκουμενικὲς προγενέστερες, νὰ δέχονται κάποιους αἱρετικοὺς διὰ λιβέλλου ἢ χρίσματος —χωρίς, δηλαδή, νὰ τοὺς βαπτίζουν— ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι μπορεῖ νὰ ἰσχύῃ κάτι τέτοιο γιὰ τοὺς συγκεκριμμένους αἱρετικοὺς πάντοτε. Διότι ἄλλες ἦταν οἱ συνθῆκες τὴν ἐποχὴν ποὺ διετυπώθησαν οἱ περὶ οὗ ὁ λόγος συγκεκριμμένοι Κανόνες  καὶ ἄλλοι οἱ λόγοι ποὺ συνέτρεχαν τότε. 
῾Υπάρχει Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἡ ὁποία εἰς ἕναν της Κανόνα προστάζει ὅτι ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ πρέπει νὰ βαπτίζονται. ῾Η ἴδια Σύνοδος εἰς ἄλλον Κανόνα, κάνει οἰκονομία γιὰ ὁρισμένους αἱρετικούς, δεχομένη αὐτοὺς χωρὶς βάπτισμα. Τί συμβαίνει; Μήπως ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸν ἑαυτόν της; ᾿Ασφαλῶς καὶ ὄχι! Διότι τὸ γενικὸ καὶ αὐτὸ ποὺ πάντοτε ἰσχύει εἶναι, ὅτι ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ πρέπει νὰ βαπτίζονται, ἔστω καὶ ἂν πρὸς καιρὸν γιὰ κάποιους λόγους ἐφαρμόσθηκε ἡ χρῆσις τῆς οἰκονομίας μὲ κάποιους Κανόνες. ῾Η ΣΤ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (ἢ «Πενθέκτη» ὅπως ἄλλως ἀποκαλεῖται, εἰς τὴν ὁποίαν παραπέμπουν καὶ οἱ ἴδιοι οἱ συγγραφεῖς τοῦ ὑπὸ ἐξέτασιν ἑνωτικοῦ κειμένου), ἐπὶ παραδείγματι, δέχεται μὲν τὸν βάπτισμα κάποιων αἱρετικῶν, ἐπισφραγίζει δὲ ὅμως ὅλους τοὺς Κανόνες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὁ ὁποῖος εἰς τὸν Α΄ καὶ ΜΖ΄ Κανόνα «παντελῶς ἀθετεῖ τὸ τῶν αἱρετικῶν βάπτισμα», ὅπως τονίζει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης (βλ. ὑποσημειώσεις τῶν Κανόνων). Μήπως ἡ Σύνοδος ἐναντιώνεται ἔτσι εἰς τὸν ἑαυτόν της, ἢ μήπως δὲν γνωρίζει τοὺς σχετικοὺς Κανόνες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου; Τίποτα ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἰσχύει, ἀλλ᾿ ὅπως λέγει ὁ ῞Αγιος Νικόδημος: «φανερὸν εἶναι λοιπὸν ὅτι ἀφῆκε νὰ νοοῦμεν ἡμεῖς, πὼς ὁ μὲν Μέγας Βασίλειος μεταχειρίζεται τὴν ἀκρίβειαν, αὐτὴ δὲ καὶ ἡ Β΄ Οἰκουμενική ἐμετεχειρίσθησαν τὴν Οἰκονομίαν» διὰ τὶς συγκεκριμμένες περιπτώσεις καὶ τὴν συγκεκριμμένη χρονικὴ στιγμή (πρβλ. ᾿Αρχιεπισκόπου Γ.Ο.Χ. ᾿Αθηνῶν καὶ πάσης ῾Ελλάδος Μακαρίου, ῾Η Συμφωνία τῶν ῾Αγίων Πατέρων περὶ τοῦ τρόπου ἀποδοχῆς αἱρετικῶν, ᾿Αθῆναι 2004, σελ. 46ἑξ.).
Οἱ συντάκτες ὅμως τοῦ ἐν λόγῳ κειμένου παρέχουν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν εἰς τὸν ἐπίσκοπον διὰ νὰ ἀποφασίζῃ κάθε φορά, ἐὰν θὰ ἐφαρμόσῃ ἐπιεικεστέραν ἢ αὐστηροτέραν τάξιν εἰς τὴν εἰσδοχὴν τῶν ἐπιστρεφόντων εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν. Κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐὰν ὁ ἐπίσκοπος ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ μετατρέψῃ τὴν οἰκονομίαν εἰς ἀκρίβειαν, νὰ κάμῃ τὴν ἐξαίρεσιν κανόνα —καὶ ἀπὸ «πρόσκαιρον ἀπόκλισιν ἀπὸ τοῦ γράμματος τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων, ἄνευ παραβιάσεως τοῦ πνεύματος αὐτῶν» (Κεφ. ΣΤ΄, §1), ποὺ εἶναι ἡ οἰκονομία, νὰ τὴν καταστήσῃ, κάνοντας κατάχρησιν ἐξουσίας, παντοτινὸν νόμον τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐπιτρέποντας ἔτσι «τὴν ἀμνήστευσιν οἱασδήποτε ἁμαρτίας ἢ οἱουδήποτε συμβιβασμοῦ σχετικῶς μὲ τὴν “᾿Ορθὴν καὶ Σωτήριον τῆς Πίστεως ῾Ομολογίαν”»— δύναται καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ πράττῃ καὶ νὰ αὐθαιρετῇ. Καὶ κανεὶς φραγμὸς δὲν θὰ ὑπάρχῃ διὰ τὴν αὐθαιρεσίαν του, ἀφοῦ ὁ ἴδιος θὰ λογοδοτήσῃ διὰ τὰς πράξεις του μόνον εἰς τὸν Θεόν καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ. 
Τὰ κατὰ περίπτωσιν ὅμως γινόμενα καὶ κανονικῆς ἀκριβείας λειπόμενα, δὲν γίνονται νόμος τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Εὰν ὁ ἐπίσκοπος εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ὁποίου ἐπαφίεται τὸ πῶς θὰ δεχθῇ τοὺς ἐπιστρέφοντας εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν καὶ τὸ τί γενικῶς θὰ πράττῃ —διὰ νὰ θυμηθοῦμε τὴν §9 τοῦ Κεφ. Γ΄—  ἁπλῶς  ἀδιαφορεῖ, σιωπᾷ ἢ ἔχει παθητικὴν στάσιν, τότε τί γίνεται; Θὰ πρέπει αὐτὸς νὰ παραμένῃ ἐσσαεὶ ἀνεξέλεγκτος, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος «θὰ ἔχῃ νὰ ἀπολογηθῇ διὰ τὰς πράξεις αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου»
᾿Εὰν εἶναι ἔτσι, τότε τὸ ἴδιο ἀκριβῶς ἐπιχείρημα θὰ μποροῦσε νὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος. ῍Ας συμπροσεύχεται λοιπὸν μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἂς τοὺς ἀναγνωρίζῃ ὡς μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας, ἂς θεωρῇ ἔγκυρα τὰ μυστήριά τους, ἂς μὴ βαπτίζῃ τοὺς  αἱρετικοὺς ποὺ προσέρχονται εἰς τὴν «᾿Εκκλησίαν» του, ἂς βαπτίζῃ καὶ ἂς ἀναχειροτονῇ ἐξ ἀντιθέτου τοὺς παλαιοημερολογίτας καὶ τὸν κλῆρον τους. Δι᾿ ὅλα αὐτὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πράττῃ κατὰ τὸ δοκοῦν, ἀφοῦ ἐπαφίεται εἰς τὴν κρίσιν του καὶ εἶναι ἐλεύθερος νὰ διοικῇ ὅπως θέλει τὴν ᾿Εκκλησίαν, ὄντας ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις του μόνον ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.
 
Τὸ ἐπιχείρημα, λοιπόν, τῆς προσωπικῆς εὐθύνης τοῦ ἐπισκόπου, εἶναι κάτι ποὺ ἐκμεταλλεύονται κατ᾿ ἐξοχὴν οἱ κατ᾿ ἐπίφασιν «ἀντιοικουμενιστὲς» τοῦ νέου ἡμερολογίου, θέλοντας νὰ δηλώσουν ὅτι τὸ βάρος τῆς εὐθύνης τοῦ προσχωροῦντος εἰς τὸν Οἰκουμενισμὸν ἱεράρχου εἶναι προσωπικὴ ὑπόθεσις καὶ ὅτι οἱ κοινωνοῦντες καὶ μνημονεύοντες αὐτόν, δὲν βαρύνονται ἀπὸ καμμία εὐθύνη καὶ ἐνοχή. 
᾿Επειδή, λοιπόν, οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου δὲν προσδιορίζουν ποῖες ἀπὸ τὶς λεγόμενες «ἐπίσημες ᾿Εκκλησίες» εἶναι αἱρετικὲς ἢ σχισματικές, κατ᾿ ἀκολουθίαν δὲν ἀποφασίζουν ὁμόφωνα ποῖον μέτρον θὰ ἰσχύῃ διὰ τοὺς ἐπιστρέφοντας εἰς τὴν ᾿Ορθοδοξίαν. ῞Ολα ταῦτα συνεφώνησαν οἱ ἑνωμένοι πλέον «Κυπριανῖται» καὶ «Σωματειακοί», νὰ τὰ ἀφήσουν ἀκαθόριστα, μὲ τὴν ἐλπίδα —καθὼς σημειοῦται εἰς τὴν 12ην παράγραφον— ὅτι: «Μία Μείζων Γενικὴ Σύνοδος, πανορθοδόξου κύρους, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεσπίσῃ τὰ γενικὰ κριτήρια καὶ τὰς προϋποθέσεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀσκῆται ἡ πρακτικὴ τῆς εἰσδοχῆς τῶν ἐπιστρεφόντων ἐκ διαφόρων νεοφανῶν σχισματικῶν καὶ αἱρετικῶν Κοινοτήτων εἰς τὴν Γνησίαν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν».
Πρὶν προχωρήσουμε εἰς τὸ Ζ΄ καὶ τελευταῖον κεφάλαιον, θεωροῦμε ἀναγκαία μία ἱστορικὴ ἀναδρομή, ὥστε νὰ δοῦμε πῶς ἀκριβῶς προῆλθε αὐτὴ ἡ παράταξις τῶν Κυπριανιτῶν, ἀλλὰ καὶ ποιὸ ἦταν τὸ πιστεύω τους ὅλα τὰ προηγούμενα 30 χρόνια, τὸ ὁποῖο πουθενὰ δὲν φαίνεται νὰ ἀπαρνοῦνται καὶ νὰ ἀποβάλλεται! Τὸ 1986 ἡ ῾Ιερὰ Σύνοδος τῆς ᾿Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος, μὲ ἀρχιεπίσκοπον τὸν Χρυσόστομον Κιούσην, καθήρεσε τὸν ὑπὸ τῶν πραξικοπηματιῶν τοῦ 1979 χειροτονηθέντα ᾿Επίσκοπον Κυπριανὸν Κουτσούμπα διὰ τὰ αἱρετικά του φρονήματα. ῾Ο Κυπριανὸς κατεδικάσθη εἰς τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν, διότι φρονοῦσε ὅτι οἱ σχισματικοὶ νεοημερολογίτες ἀποτελοῦν τὴν Μίαν, ῾Αγίαν, Καθολικὴν καὶ ᾿Αποστολικὴν ᾿Εκκλησίαν· τυγχάνουσα ταμιοῦχος τῆς σωστικῆς χάριτος —μὲ ἔγκυρα, ἑπομένως, μυστήρια— καὶ κιβωτὸς τῆς σωτηρίας καὶ ὅτι ἡ ἡμετέρα ᾿Εκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος δὲν εἶναι ᾿Εκκλησία. ᾿Επίσης, διότι μετέδιδε ἀδιακρίτως καὶ ἄνευ ἐξετάσεως τὰ Μυστήρια τῆς ᾿Εκκλησίας μας εἰς τοὺς καινοτόμους-σχισματικοὺς καὶ οἰκουμενιστὰς νεοημερολογίτας. ῾Υπέπεσεν, δηλαδή, σύμφωνα μὲ τὸ κατηγορητήριον εἰς τὴν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καὶ δὲν ἠρκέσθη μόνον εἰς αὐτά, ἀλλ᾿ ἀπεσχίσθη τῆς ᾿Εκκλησίας μας καὶ συνέπηξε ἴδιον θυσιαστήριον καὶ ἰδία Σύνοδο, τὴν ὁποίαν ὡνόμασεν «῾Ιεραν Σύνοδον ᾿Ενισταμένων». 
Νομίζω ὅτι εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἶναι χρήσιμον νὰ ἐπιμείνωμεν δι᾿ ὀλίγον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Κυπριανοῦ Κουτσούμπα καὶ εἰς τὰ γραφέντα καὶ λεχθέντα ὑπ᾿ αὐτοῦ. Τὸ ἔτος 1968, τὴν Κυριακὴν τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἀντικατέστησε εἰς τὴν λατρευτικὴν ζωὴν τοῦ ῾Ησυχαστηρίου του τὸ νέον ἡμερολόγιον μὲ τὸ παλαιόν, χωρὶς ὅμως νὰ παύσῃ τὸ μνημόσυνον τοῦ ὀνόματος τοῦ νεοημερολογίτου ἐπισκόπου ᾿Αττικῆς Νικοδήμου, καὶ χωρὶς νὰ διακόψῃ τὴν κοινωνίαν μετὰ τῆς κρατικῆς καινοτόμου ἐκκλησίας. Οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐμπόδισαν τὸν Κυπριανὸν νὰ ἐνταχθῇ εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν μας περιγράφονται ἀπο τὸν ἴδιον εἰς τὸ βιβλίον «Πῶς ἐγνώρισα τὸ Πάτριον ῾Εορτολόγιον καὶ ἐπέστρεψα εἰς αὐτό», εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὰ ἑξῆς βλάσφημα· «᾿Απὸ τὸ 1924 μέχρι τοῦ 1968, ἡ ῾Ελλαδικὴ ᾿Εκκλησία εἶναι διηρημένη.῎Εχομεν τοὺς Νεοημερολογίτας καὶ τοὺς Παλαιοημερολογίτας. Αὐτὸ εἶναι μία πληγὴ διὰ τὴν ᾿Εκκλησίαν μας, εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν αἱρετικῶν. ῾Ο μισόκαλος ὅμως διάβολος ὥθησε τοὺς Μάρτυρας καὶ ῾Ομολογητὰς τῶν πατρώων παραδόσεων, τοὺς Παλαιοημερολογίτας, εἰς τὰ ἄκρα. Καὶ δὲν διστάζω νὰ εἰπῶ· ᾿Εὰν αὐτοὶ οἱ εὐλογημένοι δὲν ἔπιαναν τὰ ἄκρα, σήμερον ἤδη θὰ εἴχομεν ἐπιστρέψει εἰς τὸ Πάτριον ἑορτολόγιον καὶ θὰ εἴμεθα ὅλοι ἡνωμένοι, διὰ νὰ πολεμήσωμεν ἀπὸ κοινοῦ τὰς αἱρέσεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας βαλλόμεθα συνεχῶς καὶ ἰδιαιτέρως σήμερον ἀπὸ τὸν παπισμόν. ῎Ηρχισαν νὰ πιστεύουν, οἱ τὸ Παλαιὸν ῾Ημερολόγιον ἀκολουθοῦντες, ὅτι μὲ τὸ νὰ γυρίσει ἡ ᾿Επίσημος ᾿Εκκλησία μὲ τὸ Νέον ῾Ημερολόγιον, ἐφυγαδεύθη ἀπ᾿ αὐτὴν ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος. ῏Ω! Πλάνη! ἐκήρυξαν εἰσέτι ὅτι τὰ ῾Ιερά μας μυστήρια (φεῦ) δὲν εἶναι ἔγκυρα!».
Μεταξὺ τῶν ἄλλων, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ παρατηρήσῃ κανεὶς ἐδῶ, εἶναι ὅτι διὰ την διαίρεσιν τῆς ᾿Εκκλησίας, κατηγορεῖ τοὺς «Μάρτυρας καὶ ῾Ομολογητὰς τῶν πατρώων παραδόσεων» Παλαιοημερολογίτας, καὶ ὄχι τοὺς ἀπηνεῖς διώκτες των, καινοτόμους νεοημερολογίτες. ῾Ο Κυπριανός, λοιπόν, γράφει εἰς τὸ βιβλίον του, ὅτι ἀνέβαλε νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὸν χῶρον τοῦ πατρίου ἑορτολογίου, διότι τοῦ εἶχε ζητηθεῖ νὰ ἀποκηρύξῃ δι᾿ ὁμολογίας τὴν ἐπίσημον ἐκκλησίαν, κάτι τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος δὲν ἤθελε νὰ πράξῃ καὶ ποὺ ὅπως λέγει χαρακτηριστικὰ τὸν «συνεκλόνισε» στὸ ἄκουσμά του. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔγραφε καὶ τὰ ἑξῆς: «᾿Αντικανονικῶς εἰσήχθη τὸ νέον ἡμερολόγιον. ᾿Εφ᾿ ὅσον ὅμως αἱ ἄλλαι ᾿Ορθόδοξοι ᾿Εκκλησίαι, δὲν κατεδίκασαν τὴν πράξιν αὐτὴν τῆς ἐπισήμου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, πῶς ἐμεῖς θὰ ἐγείρωμεν τὸ ἀνάστημα καὶ θὰ τὴν καταδικάσωμεν; Τὸ συνετότερον καὶ φρονιμώτερον δι᾿ ὅσους ἀγαποῦν τὸ πάτριον ἑορτολόγιον εἶναι νὰ τὸ ἀκολουθοῦν χωρὶς ὅμως νὰ χωρισθοῦν ἀπὸ τὴν ΜΗΤΕΡΑ ἐπίσημον ΕΛΛΑΔΙΚΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ» («Φ.Ο.», αὐτόθι, σελ. 26), ὅπου Μητέραν ᾿Εκκλησίαν ἀποκαλεῖ τὴν κρατοῦσαν ἐκκλησίαν, καὶ ὡς «ἀδελφαὶ ᾿Ορθόδοξοι ᾿Εκκλησίαι» αὐτὲς ποὺ δὲν κατεδίκασαν τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ νέου ἡμερολογίου, δηλαδὴ τὶς λοιπὲς ἐκκλησίες ποὺ μετέχουν εἰς τὸν Οἰκουμενισμόν.
Τὴν 3ην/16ην ᾿Ιανουαρίου 1969, ἔπαυσε τελικῶς τὸ μνημόσυνον τοῦ ὀνόματος τοῦ νεοημερολογίτου ἐπισκόπου ᾿Αττικῆς Νικοδήμου καὶ προσεχώρησε εἰς τὴν ἡμετέραν ᾿Εκκλησίαν τῶν Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος, τῆς ὁποίας μάλιστα ἀσπάσθηκε τὴν ἐκκλησιολογίαν, ὅπως αὐτὴ διετυπώθη τὸ 1935 καὶ 1950 ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, ἀλλὰ καὶ ἐπανελήφθη τὸ 1974. ῾Ο Κυπριανὸς ἔδειξε νὰ συμμορφώνεται ἀπολύτως πρὸς τὶς θέσεις τῆς ᾿Εκκλησίας μας, καὶ δήλωσε ὅτι ἀπὸ τοῦ λοιποῦ δὲν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετῇ μυστηριακῶς τοὺς καινοτόμους νεοημερολογίτες. ᾿Αργότερα ὅμως, καὶ συγκεκριμμένα τὸ 1983, ἀπαντώντας σὲ μία ἐπιστολή-τευχίδιο ποὺ ἐξέδωκεν ὁ Κορινθίας Κάλλιστος ἔγραφε ὅτι: «Δι᾿ αὐτῶν τῶν κειμένων σας, κηρύσσετε τὸ ἀδόκιμον καθ᾿ ἡμᾶς κήρυγμα τῆς ἀπωλείας τῆς θείας Χάριτος ἐκ πάσης ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ἀποδεξαμένης τὴν ἡμερολογιακὴν καινοτομίαν τοῦ 1924. ῾Η ἄποψίς σας καθ᾿ ἡμᾶς εἶναι ἀμάρτυρος, ἀναπόδεικτος, ἀντιπατερικὴ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀντορθόδοξος» («Φ.Ο.», αὐτόθι, σελ. 26). Καὶ τὰ ἔλεγε αὐτὰ ὁ Κυπριανός, διότι ὁ ἴδιος πίστευε ὅτι οἱ «ἐκκλησίες» τοῦ νέου ἡμερολογίου «οὐδέποτε ἀπώλεσαν τὴν θείαν Χάριν» («Φ.Ο.», αὐτόθι, σελ. 29). 
Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ παρατηρήσουμε ἐδῶ εἶναι ἡ ὑποκρισία τοῦ Κυπριανοῦ, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὸ κήρυγμα τῆς ἀπωλείας τῆς ἁγιαστικῆς χάριτος τῶν μυστηρίων τῶν νεοημερολογιτῶν, εἶναι ἀδόκιμο και ἀντορθόδοξο· καὶ ὅτι, μάλιστα, «ἀποτελεῖ παράδοξον καινοτομίαν εἰς τὸν ἀγώνα κατὰ τῶν καινοτόμων» («Φ.Ο.», αὐτόθι, σελ. 29). ῞Ενα κήρυγμα τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος, μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ἔλεγεν ὅτι ἐπίστευεν καὶ διεκήρυττε. Καὶ ἡ ὑποκρισία τοῦ ἀνδρὸς δὲν ἔχει τέλος. 
Εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν ποὺ ἐξέδωσε ἡ σύνοδος τῶν Πραξικοπηματιῶν, τὴν 18/10/1983, λέγονται μεταξὺ τῶν ἄλλων τὰ ἑξῆς: «Οὕτω θεωροῦμεν πάντα οἰκουμενιστὴν καὶ καινοτόμον ἐπὶ τῶν Δογμάτων, αἱρετικὸν καὶ ἐκτὸς ᾿Εκκλησίας, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν μόνην Κιβωτὸν τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐπενεργεῖ ἡ Χάρις τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἐν τοῖς μυστηρίοις»  («Φ.Ο.», αὐτόθι, σελ. 27). Τὴν ἀνακοίνωσιν αὐτὴν ὑπέγραψε καὶ ὁ Κυπριανός. Γρήγορα ὅμως λησμόνησε τὰ ὅσα ὑπέγραψε (θαυμᾶστε “ὑπευθυνότητα” καὶ “συνέπεια” “σοβαροῦ” ποιμένος! ῍Η μᾶλλον τὴν δολιότητα καὶ πονηρία του), καὶ παρὰ τὴν ἀνωτέρω διακήρυξιν τῆς πίστεως, αὐτὴ δὲν στάθηκε ἱκανὴ νὰ τὸν ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ δεχθῇ εἰς ἐκκλησιαστικὴν κοινωνία (συμπροσευχή) τὴν 27ην Αὐγοῦστου τοῦ 1984 κατὰ τὴν τελετὴ τῆς θείας λειτουργίας τὸν Οἰκουμενιστὴν πατριάρχην ᾿Αλεξανδρείας Νικόλαον, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐπισήμανεν ἡ σύνοδος τῶν Πραξικοπηματιῶν, καλώντας αὐτὸν σὲ ἀπολογία («Φ.Ο.», αὐτόθι, σελ. 27).
Αὐτὸς ὅμως ὄχι μόνον δὲν προσῆλθε, ἀλλὰ βρῆκε τὴν εὐκαιρία ποὺ περίμενε καὶ συνέστησε ἰδικήν του «᾿Εκκλησίαν», τὴν Σύνοδον τῶν ᾿Ενισταμένων, ἔτσι ὥστε νὰ μπορεῖ ἐλεύθερα νὰ κηρύττῃ τὶς κακοδοξίες του. ῎Αρχισε μάλιστα νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ Γ.Ο.Χ. ἀποτελοῦν δῆθεν τὰ ἐνιστάμενα μέλη τῆς κρατούσης ἐκκλησίας τῶν καινοτόμων οἰκουμενιστῶν νεοημερολογιτῶν. ᾿Εὰν ὅμως ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ νέου ἡμερολογίου εἶναι ἡ ταμιοῦχος τῆς θείας Χάριτος καὶ κιβωτὸς τῆς σωτηρίας —ἡ Μία, ῾Αγία, Καθολικη καὶ ᾿Αποστολικὴ ᾿Εκκλησία— τότε ἡ ᾿Εκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος εἶναι ψευδής, μὴ σώζουσα καὶ ἁγιάζουσα τὰ ἑαυτῆς μέλη, ὡς στερουμένης κατ᾿ ἀδήριτον ἀνάγκην τῆς σωστικῆς θείας Χάριτος, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ χορηγῇται ἀπὸ δύο ᾿Εκκλησίες, ἀλλὰ ἀπὸ μίαν. 
῏Αρα δὲν ἔχει νόημα οὔτε ἡ ὕπαρξίς μας ὡς ᾿Εκκλησίας, οὔτε ἡ ἀποτείχισίς μας ἀπὸ τὸ νέον ἡμερολόγιον. Διατί λοιπὸν ὁ Κυπριανὸς ἐνίστατο καὶ ἀπετειχίζετο ἀπὸ ἕναν χῶρον, τὸν ὁποῖον ἀνεγνώριζε ὡς ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ; ῾Ο πιστὸς δὲν ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησίαν, διότι ἔτσι καταργεῖ διὰ τὸν ἑαυτόν του τὴν ὁδὸν τῆς σωτηρίας, ἀλλ᾿ ἀποκόπτεται καὶ ἀποτειχίζεται ἀπὸ αἱρετικὰς παραφυάδας καὶ παρασυναγωγάς. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνίσταται λόγῳ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπὸ τὴν μία, καὶ νὰ ἀποκαλῇ Μητέρα ᾿Εκκλησία τοὺς πρωτοστάτας καὶ πρωταιτίους τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπὸ τὴν ἄλλη; Καὶ τί εἴδους ἀποτείχισις εἶναι αὐτή, ὅταν ἀποδεχόταν ὡς ἔγκυρα τὰ μυστήρια τοῦ νεόυ ἡμερολογίου καὶ συμπροσευχόταν μὲ ἀρχιερεῖς καὶ κληρικοὺς τῶν οἰκουμενιστῶν νεοημερολογιτῶν; ᾿Αλλ᾿ ἔπραττε τοιουτοτρόπως, διότι σύμφωνα καὶ μὲ τὸν ἐπίσκοπον τῶν Κυπριανιτῶν Χρυσόστομον Γκονζάλες: «Δὲν εἴμεθα ἄλλη ᾿Εκκλησία, ὑπεράνω καὶ κατὰ τῆς Μητέρας ᾿Εκκλησίας» («Φ.Ο.», αὐτόθι, σελ. 30).
᾿Αλλ᾿ ἐὰν ὁ Κυπριανὸς ἐπίστευε ὅτι οἱ Γ.Ο.Χ. δὲν ἀποτελοῦν ᾿Εκκλησίαν, τότε διατί προσῆλθεν εἰς τὸν χῶρον τοῦ πατρίου ἑορτολογίου; Διατί ὑπεκρίνατο φρονῶν τὴν πίστιν τῶν Γ.Ο.Χ. μέχρι τῆς εἰς ᾿Επίσκοπον χειροτονίας του; ᾿Εὰν οἱ Γ.Ο.Χ. δὲν ἀποτελοῦν ᾿Εκκλησίαν, τότε διατί ἐγκατέλειπεν αὐτὸς τὴν ὑπ᾿ αὐτοῦ ἀναγνωριζομένην ἐκκλησίαν τῶν νεοημερολογιτῶν καὶ προσῆλθεν εἰς τοὺς κόλπους ἀνυπάρκτου κατ᾿ αὐτὸν ᾿Εκκλησίας; ᾿Εὰν τὴν ᾿Εκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ ἀποτελοῦν σχισματικοὶ νεοημερολογίται, τότε διατί δὲν ἀναγνωρίζει καὶ τὴν ὑπ᾿ αὐτῶν γενομένην καθαίρεσίν του ὡς πρεσβυτέρου, ὡς ἀναγνωρίζει καὶ τὰ μυστήριά των;
Σύμφωνα ὅμως μὲ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Πενταπόλεως Καλλιοπίου ἐπὶ καθαιρέσει τοῦ Κυπριανοῦ, «ἀποδεικνύεται ὅτι (ὁ Κυπριανός) ἔχει τόσην σχέσιν πρὸς τοὺς Γ.Ο.Χ., ὅσον σχέσιν ἔχουν πρὸς τὴν ᾿Ορθοδοξίαν οἱ προβατόσχημοι λύκοι τῶν οὐνιτῶν» («Φ.Ο.», αὐτόθι, σελ. 28). Καὶ μάλιστα, τὸ δηλητήριον τῆς αἱρέσεώς του καὶ τῆς ἐκκλησιομαχικῆς του διαθέσεως, τὸ μετέδωσε δυστυχῶς καὶ εἰς τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν χειροτονηθέντας ἐπισκόπους, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὸν προαναφερθέντα Χρυσόστομον Γκονζάλες, ὁ ὁποῖος εἰς ἐπιστολήν του πρὸς τὸν δεινὸν Οἰκουμενιστὴν καὶ λατινόφρονα «ἀρχιεπίσκοπον» ᾿Αμερικῆς ᾿Ιάκωβον Κουκούζην γράφει ὅτι: «μὲ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον καὶ χαρὰ ἀνέγνωσα τὴν ἔκθεση τῆς ἀποφάσεως τῆς ῾Υμετέρας ῾Αγίας Συνόδου νὰ ἀγκαλιάσῃ τὶς παλαιοημερολογιτικὲς κοινότητες καὶ ἐπισκόπους εἰς τὴν ᾿Αμερικὴν σ᾿ ἕνα διάλογο ἀγάπης». Κακίζει δὲ τοὺς ζηλωτὰς Γ.Ο.Χ. γράφοντας: «Μερικὲς παρατάξεις τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, ἐπ᾿ ὀνόματι ζηλωτικῆς ἀφοσιώσεως εἰς τὴν πίστιν, ἔχουν ξεπεράσει τὰ ὅρια τῆς ἀφοσιώσεως καὶ ἔχουν καταλήξει νὰ βλέπουν τοὺς νεοημερολογίτας ἀδελφούς τους μὲ πνεῦμα χωρὶς ἀγάπη, μέχρι σημείου ποὺ ἀμφιβάλλουν διὰ τὴν ὀρθοδοξία τους», καὶ ὅτι εἶναι «ἠλίθιοι νὰ ἀποδίδουν δογματικὴ σημασία στὶς δεκατρεῖς ἡμέρες τοῦ ᾿Ιουλιανοῦ ἡμερολογίου». Εἰς τὴν συνέχειαν γράφει ὅτι: «...οὐδέποτε ἀρνηθήκαμε τὴν ὕπαρξιν τῆς χάριτος εἰς τὴν Μητέρα μας ᾿Εκκλησία» (ἐννοεῖ τὴν «ἐκκλησίαν» τοῦ νέου ἡμερολογίου). «᾿Εμεῖς, λέγει, ἔχομεν ἱερεῖς καὶ ἐπισκόπους διὰ τὴν διακυβέρνησιν τοῦ κινήματός μας, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀπὸ οἰκονομία καὶ τὴν ἀνάγκη νὰ κυβερνήσωμεν τὸν ἑαυτόν μας». Καὶ ἀφοῦ πλέκει τὸ ἐγκώμιον τοῦ ᾿Ιακώβου, τελειώνει ὡς ἑξῆς: «...ζητῶ τὴν συγχώρησίν σας δι᾿ οἱανδήποτε ἀκουσία προσβολὴ καὶ ταπεινὰ ἀσπάζομαι τὴν δεξιάν σας χείρα»  («Φ.Ο.», αὐτόθι, σελ. 30). 
῎Εχων κατὰ νοῦν ὅλα τὰ ὡς ἄνω θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τοὺς ἀδελφοὺς τῆς παρατάξεως τοῦ Καλλινίκου, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιον τὸν Καλλίνικον, ποὺ ὅταν καθηρέθη ὁ Κυπριανὸς ἦταν ἀρχιγραμματεὺς τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου καὶ γνωρίζει πολὺ καλὰ τὸ κατηγορητήριον τῆς καθαιρέσεως: α)῎Επαυσαν νὰ ἰσχύουν τὰ αἱρετικὰ φρονήματα τοῦ Κυπριανοῦ καὶ τῶν ἀκολούθων του; β) Σταμάτησαν οἱ Κυπριανίται νὰ πιστεύουν ὅπως καὶ ὁ πατέρας τους, καὶ διὰ τοῦτο σπεύσατε νὰ ἑνωθῇτε μαζί τους; γ)᾿Εξετάσατε καλῶς τὸ πιστεύω τους καὶ δὲν εὑρήκατε νὰ χωλαίνῃ πουθενά; δ) Μήπως ἄλλαξαν πορεία τὰ τέκνα τοῦ Κυπριανοῦ, κάνοντας στροφή 180ο
᾿Αλλὰ δι᾿ αὐτὸ ἁρμοδιότεροι νὰ ἀπαντήσουν εἶναι οἱ ἴδιοι οἱ ἱεράρχες τῶν Κυπριανιτῶν. Δίνουμε λοιπὸν τὸν λόγον εἰς τὸν Χρυσόστομον «ἀρχιεπίσκοπον Αἴτνας», ὁ ὁποῖος εἰς ἐπιστολήν του (16 Φεβρουαρίου 2014 π.ἡμ.), ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν «κλῆρον τῆς ᾿Εξαρχίας, τοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς φίλους»,  μεταξὺ ἄλλων γράφει καὶ τὰ ἑξῆς: «...Νὰ εἶσθε σίγουροι ὅτι καμμία ἀπὸ τὶς ἀρχές μας, οὔτε οἱ ἀρχὲς τῆς μετριοπάθειάς μας, καὶ τίποτα ἀπὸ τὸ πνεῦμα ποὺ μᾶς κληροδότησε ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Κυπριανὸς ἔχουν ἀναιρεθεῖ, ὅπως μερικοὶ ἀντίθετοι προβάλλουν» (“Fist, be assured than none of our principles, none of our moderation, and none of the spirit bequeathed to us by our late and venerable Metropolitan Cyprian have been set aside, as some naysayers have suggested”. Βλ. διαδίκτυο ἐδῶ). Μᾶς λέγει, λοιπόν, ο Χρυσόστομος, ὅτι οἱ Κυπριανίτες δὲν ὑποχρεώθησαν νὰ ἐγκαταλείψουν καμμία ἀπὸ τὶς ἀρχές τους, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἑνώσεως. 
῍Αν λάβουμε ὅμως ὑπόψιν μας ὅτι οἱ ἐκκλησιολογικὲς ἀρχὲς τῶν Κυπριανιτῶν —σύμφωνα μὲ τὰ ὅσα εἴπαμε ὡς ἄνω— εἶναι κακόδοξες, αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει μετάνοια γιὰ τὰ φρονήματά τους αὐτά. Δὲν ἐγκαταλείπουν τὶς ἀρχές τους καὶ δὲν ὑπεχώρησαν οὐδὲ σπιθαμὴ ἀπὸ τὰ πιστεύω τους. Αὐτό, ἄλλωστε, οἱ ἐπίσκοποί των ἐπιβεβαίωσαν καὶ εἰς τὰς τρεῖς συνάξεις ποὺ διοργάνωσαν, διὰ νὰ ἐνημερώσουν· α) τὴν ἀδελφότητα τῆς μονῆς τῶν ῾Αγίων Κυπριανοῦ καὶ ᾿Ιουστίνης (τετράωρος σύναξις-10/3/2014)· β) τὸν κλῆρο τῆς παρατάξεώς των (ἑννεάωρη σύναξις- 11/3/2014)· καὶ γ) τοὺς κοσμικοὺς τῆς παρατάξεώς των (12/3/2014). Μεταξὺ ἄλλων εἰπώθησαν σχεδὸν αὐτολεξεί καὶ τὰ ἀκόλουθα: «Δὲν πρέπει νὰ μολυνθοῦμε ἀπὸ τὴ νοσηρὴ ἐσωστρέφεια». «῾Η ἕνωση θὰ ἀποτελέσῃ θρίαμβο τοῦ πατρὸς Κυπριανοῦ, ἀφοῦ θὰ εἶναι ἕνα ἐπίτευγμα, στὴν ὑλοποίηση τοῦ ὁποίου πρωταγωνίστησαν τὰ πνευματικὰ τέκνα του. ῾Ωστόσο, πρέπει νὰ ἀποφύγουμε τὴν θριαμβολογία καὶ νὰ ἀποδώσουμε τὰ εὔσημα καὶ νὰ ἐκφράσουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας στὴν ἄλλη μερίδα, γιατὶ μᾶς κατανόησαν, ἔγιναν μετριοπαθεῖς καὶ ἔπαψαν νὰ ἐπιδεικνύουν δογματικὸ χαρακτῆρα στὶς ἀπόψεις τους». Εἰς ἄλλον σημεῖον ἐτονίσθη ὅτι: «Εἰς τὸν χῶρον τῶν Γ.Ο.Χ. (δηλ. εἰς τὴν παράταξιν τοῦ Καλλινίκου) ἔχουν ἀλλάξει τὰ πρόσωπα καὶ οἱ νοοτροπίες - εἶναι πιὸ μετριοπαθεῖς καὶ ἀνοικτοί». ᾿Επίσης ἐτονίσθη σχεδὸν αὐτολεξεί, ὅτι: «ὁ ἐπίσημος διάλογος (μὲ τὴν παράταξιν τῶν Σωματειακῶν) μᾶς ὡδήγησε στὴ συνειδητοποίηση ὅτι ἡ πράξη τῆς ἀποτειχισής μας τὸ 1984 ἀπὸ τοὺς γνησίους ὀρθοδόξους ἀδελφούς μας, θὰ πρέπει νὰ καταργηθῇ, δεδομένου ὅτι οἱ λόγοι τῆς πίστης καὶ τῆς δικαιοσύνης ποὺ τότε τὸ προκάλεσαν δὲν ὑπάρχουν πιά». Μὲ ἄλλα λόγια: τὸ 1984 διακόψαμε τὴν κοινωνία μὲ τοὺς Γ.Ο.Χ. γιὰ λόγους πίστεως. Τώρα ὅμως οἱ λόγοι αὐτοὶ δὲν ὑφίστανται, διότι οἱ Γ.Ο.Χ. ἔχουν πλέον διορθωθεῖ, καὶ ἔτσι μποροῦμε νὰ ἐπιστρέψουμε σὲ κοινωνία μὲ αὐτούς. (Κατ᾿ ἀλήθειαν ὅμως, ὅπως θὰ δοῦμε καὶ κατωτέρω, οὐδέποτε ἀπεκήρυξαν ὁ Κυπριανὸς καὶ οἱ ὁμόφρονές του τὴν ᾿Εκκλησίαν Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος, ἀλλὰ τὴν πραξικοπηματικὴν ὀμάδα τοῦ 1979).
Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ὅτι οἱ Γ.Ο.Χ. τοῦ κ. Καλλινίκου ὄχι μόνο ἐγνώριζαν τὴν ἀμετανοησίαν τῶν Κυπριανιτῶν, ἀλλ᾿ ὑπεχώρησαν εἰς τὰ κακόδοξα φρονήματά τους, προκειμένου νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἕνωσις. ῾Υπάρχουν ἴσως κάποιες φωνὲς ποὺ λέγουν ὅτι οἱ Κυπριανίται ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ ἀπεκήρυξαν τὰ αἱρετικά τους φρονήματα. Βεβαίως κανεὶς δὲν γνωρίζει τί διημείφθη πίσω ἀπὸ κλειστὲς πόρτες. ᾿Αλλὰ ἀκόμα καὶ ἂν τοὺς ζητήθηκε νὰ παραιτηθοῦν ἀπὸ ὁρισμένες θέσεις σὲ ἰδιωτικὲς συναντήσεις, εἶναι προφανὲς (ὅπως θὰ δοῦμε ἀμέσως κατωτέρω) ὅτι δὲν ἔχουν ἀναστολὲς νὰ ἀποποιοῦνται δημόσια τὶς ἴδιες τους τὶς ἀποκηρύξεις! ῍Αν, λοιπόν, ἄλλα λέγουν κατ᾿ ἰδίαν καὶ ἄλλα δημόσια, αὐτὸ δὲν ἔχει κανένα νόημα, ἀλλὰ δείχνει δόλο, πονηρία καὶ ὑποκρισία· ἂν μὴ τί ἄλλο, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους εἰλικρίνεια καὶ εὐθύτητα καρδίας. 
῾Η περιβόητος ὅμως καθαίρεσις τοῦ Κυπριανοῦ τὸ 1986 ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησίαν μας δεικνύει, ὅτι ἀνάμεσα εἰς τὶς δύο παρατάξεις ποὺ προσφάτως ἑνώθησαν ὑφίστανται πολλὰ κοινά, περισσότερα ἀπ᾿ ὅσα θὰ μποροῦσε νὰ φαντασθῇ κανείς. ῾Ο Καλλίνικος Σαραντόπουλος καὶ ὁ Κυπριανὸς Κουτσούμπας προέρχονται καὶ οἱ δύο ὡς ἐπίσκοποι ἀπὸ ἕνα πρωτοφανὲς εἰς τὰ χρονικὰ ἐκκλησιαστικὸ πραξικόπημα. Τὸ 1979 ὁ Κορινθίας Κάλλιστος καὶ Μεγαρίδος ᾿Αντώνιος προέβησαν σὲ χειροτονίες 8 ἀρχιμανδριτῶν εἰς ἐπισκόπους, ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ᾿Εκκλησίας μας. ῾Ο μακαριστὸς ᾿Αρχιεπίσκοπος κυρὸς Αὐξέντιος καὶ οἱ λοιποὶ ἱεράρχες δὲν ἐδέχθησαν τὸν πρόδηλον ἐκβιασμὸ νὰ εὑρεθοῦν πρὸ τετελεσμένων. ῎Εκριναν λοιπὸν ἀντικανονικὲς καὶ παράνομες τὶς χειροτονίες, καὶ ὡς ἐκ τούτου προέβησαν εἰς τὴν καθαίρεσιν τόσον τῶν χειροτονησάντων ὅσον καὶ τῶν χειροτονηθέντων σχισματικῶν ἀρχιερέων. 
᾿Αργότερα, κρίμασιν οἷς εἶδεν Κύριος, ἐδέχθημεν —δυστυχῶς— κατὰ ἀντικανονικὸν καὶ πρόχειρον τρόπον τὴν προσχώρησιν τῶν Πενταπόλεως Καλλιοπίου, ᾿Αχαΐας Καλλινίκου καὶ Οἰνόης Ματθαίου. Καὶ τονίζουμε τὸ ἀντικανονικὸν καὶ πρόχειρον τοῦ τρόπου ἀποδοχῆς των, διότι εἰς τὰ πρακτικὰ ὅπου εἶναι καταχωρημένη ἡ τοιαύτη προσχώρησις ἀνάφέρεται ὅτι προέβησαν εἰς τὴν ἑκατέρωθεν ἄρσιν τῶν καθαιρέσεων, μία ἐνέργεια μὲ τὴν ὁποίαν δυστυχῶς ἡ ᾿Εκκλησία μας ἀνεγνώρισεν ἐν τῇ πράξει τὶς ἀνύπαρκτες καὶ ἀνυπόστατες καθαιρέσεις, τὶς ὁποῖες οἱ Πραξικοπηματίες ἐπέβαλλαν εἰς τοὺς ἱεράρχες τῆς ᾿Εκκλησίας μας. 
Δυστυχῶς οἱ συγκεκριμμένοι ἀπεδείχθησαν ξένο σῶμα διὰ τὴν ᾿Εκκλησίαν μας, πολὺ δὲ περισσότερον, καθόσον δὲν ἐπέδειξαν ποτὲ ἔμπρακτη μετάνοιαν διὰ τὸ ἀνήκουστο καὶ πρωτοφανὲς ἐγχείρημά τους. Εἶναι καταφανέστατον ἀπὸ τὰ ὅσα ἐκτέθησαν, ὅτι ἡ δευτέρα καθαίρεσις τοῦ Κυπριανοῦ τὸ 1986 ἦτο περιττὴ καὶ ἤκιστα χρήσιμη διὰ τὴν ᾿Εκκλησίαν μας, ἀφοῦ προηγήθη ἡ καθαίρεσίς του τὸ 1979 ποὺ ποτὲ δὲν ἤρθη (καθὼς ὁ Κυπριανὸς ἀποχωρώντας ἀπὸ τοὺς Πραξικοπηματίες τὸ 1984, συνέστησε δικήν του «σύνοδον» καὶ παράταξιν καὶ δὲν ἐπέστρεψε ποτὲ εἰς τὴν κανονικὴν ᾿Εκκλησίαν ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς χειροτονίας του εἰς ἐπίσκοπον) καὶ τὴν ὁποίαν ὅμως καθαίρεσιν ποτὲ δὲν ἀνεγνώρισαν τὰ μετέπειτα —κακῇ τῇ μοίρᾳ— μέλη τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ᾿Εκκλησίας μας, Καλλιόπιος καὶ Καλλίνικος, διότι ἡ τοιαύτη καθαίρεσις εἶχε ἰσχὺν καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν.
Οἱ Κυπριανίται ὅμως πιστεύουν καὶ κάτι ἄλλο· ὅτι διὰ τὴν ὁριστικὴ καταδίκη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τοῦ νέου ἡμερολογίου θὰ πρέπει νὰ συγκληθῇ εἰς τὸ μέλλον μία Μείζονα Σύνοδος (Πανορθόδοξος ἢ Οἰκουμενική), ἡ ὁποία καὶ θὰ ἔχει τὸν τελευταῖον λόγον. Θεωροῦν ὅτι οἱ Τοπικὲς καὶ οἱ μικρότερης ἐμβέλειας Σύνοδοι δὲν ἔχουν τὴν ἐξουσία νὰ καταδικάσουν καὶ νὰ ἀποβάλλουν τοὺς αἱρετικοὺς ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία. Αὐτὴ ἡ ἰδέα ἀναπτύχθηκε διὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν Κυπριανὸ Κουτσούμπα εἰς τὸ διαβόητο ἔργο του «᾿Εκκλησιολογικὲς θέσεις». Λέγεται δὲ ὅτι ὁ σιωπηλὸς στόχος αὐτῶν τῶν θέσεων ἦταν νὰ ὑπονομεύσῃ τὸ περιεχόμενο τοῦ ἀναθέματος τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Διασπορᾶς κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τὸ προηγούμενο ἔτος! (πρβλ. Βλαδιμήρου Μός, ῾Η Καλλινιτικὴ Οὐνία, ὡς ἄνω)
Διὰ τὸν σκοπὸν αὐτό, κινητοποιήθηκαν ὁ Κυπριανὸς καὶ οἱ σύμμαχοί του μὲ μία ὁλόκληρη ποικιλία ἐπιχειρημάτων. Κάποιοι εἶπαν ὅτι τὸ ἀνάθεμα δὲν ἀποβάλλει κανέναν ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησίαν, ἀλλ᾿ ἦταν μόνο μία προειδοποίηση πρὸς τὴν ἐκκλησίαν τῶν Οἰκουμενιστῶν. Σύμφωνα μὲ τὸ ὡς ἄνω ἐπιχείρημα, ὅταν λέμε: «Πᾶσι τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα! ῞Ολοις τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα!», δὲν τοὺς ἀποβάλλουμε ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία, ἀλλ᾿ οἱ πάσης φύσεως αἱρετικοὶ συνεχίζουν νὰ εἶναι ἐντὸς τῆς ᾿Εκκλησίας, ὡς μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ποῖοι; Οἱ αἱρετικοί. ῎Απαγε τῆς βλασφημίας! ῎Αλλοι εἶπαν ὡς ἐπιχείρημα ὅτι ἐφόσον δὲν κατονομάζεται κανένας αἱρετικὸς εἰς τὸ ἀνάθεμα, αὐτὸ δὲν ἔπεσε σὲ κανένα. Δι᾿ αὐτὸ μᾶλλον καὶ οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου δὲν κατονομάζουν τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστὲς καὶ δὲν γράφουν συγκεκριμμένα, ποῖοι μετέχουν εἰς τὸν Οἰκουμενισμό.
Μέχρι, λοιπόν, τὴν σύγκληση μίας τέτοιας Συνόδου οἱ αἱρετικοὶ παραμένουν μὴ καταδικασμένα, «ἄρρωστα» μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας. Δὲν πιστεύουν ὅτι ὑπάρχει σήμερα Σύνοδος εἰς τὸν κόσμο ποὺ ἔχει τὴν χάρη καὶ τὴν δύναμη διὰ νὰ καταδικάσῃ καὶ νὰ ἀναθεματίσῃ τοὺς αἱρετικούς. Διὰ τοῦτο καὶ ζητᾶνε ὡς ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη εἰς τὴν παράγραφον 4 τοῦ Ζ΄ κεφαλαίου —ὅπου γράφουν διὰ τὴν σύγκλησιν Μεγάλης Συνόδου τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας— τὴν «ἕνωσιν εἰς ἓν κοινὸν Σῶμα πασῶν τῶν Τοπικῶν ᾿Εκκλησιῶν τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδοξίας, προκειμένου νὰ δημιουργηθοῦν αἱ προϋποθέσεις πρὸς συγκρότησιν/σύγκλησιν Μείζονος Γενικῆς Συνόδου Αὐτῶν, πανορθοδόξου ἐμβελείας καὶ κύρους»
῎Εγραφαν οἱ Κυπριανίτες τὸ 2009, ὅτι «ἕνα τόσο μεγάλο δικαίωμα καὶ τιμὴ (τοῦ ἀναθεματισμοῦ) χορηγεῖται μόνο στὴ χορεία τῶν ᾿Αποστόλων καὶ σὲ ὅσους τυγχάνουν πραγματικοὶ διάδοχοι ἐκείνων». Καὶ συνεχίζουν: «᾿Αδυνατοῦμε νὰ κατανοήσουμε αὐτὴ τὴ βιαστικὴ τάση στὶς ἡμέρες μας νὰ ἀναθεματίζουν καὶ νὰ καταδικάζουν. Μέχρι νὰ ὑπάρξουν τέτοιοι διάδοχοι, ὅλοι ὅσοι εἶναι ὀρθόδοξοι μὲ κάθε σεβασμὸ ἀναθεματίζουν κάθε ἐνδεχόμενο αἱρετικό, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν γίνεται προφορικά» (Βλαδιμήρου Μός, ὡς ἄνω· ῞Αγιος Θεόδωρος Στουδίτης).  ᾿Εὰν ὅμως δὲν ὑπάρχουν σήμερα, τέτοιοι διάδοχοι τῶν ἀποστόλων, ἆρα ἐξέλιπε ἡ ἀποστολικὴ διαδοχὴ εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν καὶ ἑπομένως ἀναιροῦν καὶ ἀκυρώνουν αὐτὸ ποὺ γράφουν στὴν 6ην παράγραφον τοῦ Ε΄ κεφαλαίου, ὅτι «ἡ ᾿Αποστολικὴ Διαδοχὴ καὶ ἡ Κανονικότης τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας εἶναι ἀποδεδειγμένη καὶ βεβαιουμένη, ἀπρόσβλητος καὶ ἀναντίρρητος, θεοσημείαις δὲ ἐπικεκυρωμένη»
Καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχει σήμερα Σύνοδος ποὺ νὰ δύναται νὰ καταδικάσῃ τοὺς αἱρετικούς, τότε ἡ Μία, ῾Αγία, Καθολικὴ καὶ ᾿Αποστολικὴ ᾿Εκκλησία ἔχει χάσει τὴν δύναμή της τοῦ «δεσμεῖν καὶ λύειν». ῾Η δύναμη ὅμως καὶ ἡ χάρη τῆς ᾿Εκκλησίας, λόγῳ τῆς καθολικότητός της, ὑπάρχει σὲ κάθε ᾿Ορθόδοξη Σύνοδο, ἀνεξαιρέτως τοῦ μεγέθους της. ῍Αν, ὅπως λέγουν οἱ Κυπριανίται, «ὅλοι ὅσοι εἶναι ὀρθόδοξοι ἀναθεματίζουν κάθε ἐνδεχόμενο αἱρετικό, ἀκόμη κι ἂν δὲν γίνεται προφορικῶς», τότε κατὰ μείζονα λόγο, οἱ ἱεράρχες τῆς ᾿Εκκλησίας ἔχουν τὴν ἐξουσία νὰ ἀναθεματίσουν καὶ νὰ καταδικάσουν κάθε αἱρετικό, ὄχι μόνο δυνητικά, ἀλλὰ καὶ στὴν πραγματικότητα, καὶ ὄχι μόνον “μέσα ἀπὸ τὰ δόντια τους”, ἀλλὰ προφορικὰ καὶ μεγαλοφώνως!! Διότι, ὅπως τονίζει ὁ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος· εἰς κοσμικὰ θέματα πρέπει νὰ εἴμαστε πράοι ὅπως τὰ ἀρνιά, ἀλλ᾿ εἰς θέματα πίστεως πρέπει νὰ βρυχόμαστε σὰν τοὺς λέοντες.
῾Ο Κυπριανιτισμός, λοιπόν, εἶναι κατ᾿ οὐσίαν μία κρυφὴ μορφὴ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μία προσπάθεια ἀνήκουστη εἰς τὰ συγγράμματα τῶν ἁγίων πατέρων, νὰ ξεχωρίσῃ τὴν χάριν ἀπὸ τὴν ᾿Ορθοδοξίαν, ὡσὰν νὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ τὸ ἕνα χωρὶς τὸ ἄλλο. Αὐτό, κατὰ τοὺς Κυπριανίτες, σημαίνει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἕνας αἱρετικὸς καὶ νὰ παραμένῃ μὴ «καταδικασμένο» μέλος τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔχει τὴν χάρη τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. ᾿Ακόμη καὶ ἂν ἀποκαλοῦν οἱ Κυπριανίτες κάποιους αἱρετικούς, ὅπως κάνουν μὲ τὸν Οἰκουμενισμό ποὺ τὸν χαρακτηρίζουν αἵρεση καὶ παναίρεση, δὲν «διαβεβαιοῦν» ὅμως —ἀπὸ ὅτι λένε (βλ. Κεφ. ΣΤ΄, παρ. ς΄)—, δὲν γνωρίζουν δηλαδὴ ἂν τὰ μυστήριά τους εἶναι ἔγκυρα ἢ ὄχι. 
Παρόλα αὐτὰ ὁ 46ος ᾿Αποστολικὸς Κανόνας διακηρύττει ὅτι τὰ μυστήρια ὅλων τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν σχισματικῶν εἶναι σίγουρα ἄκυρα, ὁ αἱρετικὸς ὅμως ἀποτελεῖ σεσηπὸς μέλος, σάπιο δηλαδή, καὶ ἡ ἀποκοπὴ τοῦ σεσηπότος μέλους ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι ἐπιβεβλημένη, διὰ νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἐξάπλωσις τῆς γάγγραινας τῆς αἱρέσεως εἰς τὰ ὑγιῆ μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας. Δὲν μπορεῖς νὰ ἀποκαλῇς κάποιον αἱρετικὸν καὶ νὰ πιστεύῃς ὅτι τὰ μυστήριά του δύνανται νὰ εἶναι ἔγκυρα. Αὐτὸ εἶναι καὶ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον οἱ συντάκται τοῦ κειμένου φροντίζουν νὰ ἀποσιωποῦν καὶ νὰ μὴν ἀναφέρουν τοὺς αἱρετικοὺς πρωτοστάτας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Διότι ὅταν ἀποκαλεῖς αἵρεσιν τὸν Οἰκουμενισμόν, αὐτὸ συνεπάγεται πὼς ὅσοι ἐμπλέκονται μὲ αυτὸν καὶ ἀσπάζονται τὶς θεωρίες του, εἶναι κατ᾿ ἀδήριτον ἀνάγκην αἱρετικοί. Αὐτοὺς ὅμως δὲν τοὺς κατονομάζουν καὶ δὲν διαφωτίζουν τοὺς ἀναγνώστες τους, ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. 
Εἰς ὅλον τὸ ἐκκλησιολογικὸν ἐκτενὲς τοῦτο κείμενο θὰ ἀνέμενε κανεὶς νὰ γίνεται πρωτίστως ἀναφορὰ εἰς τὸν ἀοίδιμον ῾Ιεράρχην καὶ πνευματικὸν ἠγήτορα τοῦ ῾Ιεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος Χρυσόστομον πρώην Φλωρίνης καὶ εἰς τὰς τρεῖς ὁμολογιακὰς διακηρύξεις τοῦ 1935, τοῦ 1950 καὶ τοῦ 1974. Διακηρύξεις κεφαλαιώδους σημασίας διὰ τὴν ᾿Εκκλησίαν τῶν Γ.Ο.Χ., καθὼς ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τοῦ πιστεύω τους καὶ δίχως τὶς ὁποῖες καταργεῖται ἡ ὕπαρξις καὶ ἀκυρώνεται ἡ ἀποστολή των. Εἰς τὰς ὁμολογίας αὐτὰς χαράσσονται οἱ κατευθυντήριες γραμμὲς τῆς πορείας τῶν Γ.Ο.Χ., καθὼς ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ νέου ἡμερολογίου χαρακτηρίζεται σχισματική, σύμφωνα μὲ τὶς ἀποφάσεις τριῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τῶν ἐτῶν 1583, 1587 καὶ 1593, καὶ τὰ μυστήριά της ἄκυρα καὶ στερούμενα τῆς ἁγιαστικῆς χάριτος, σύμφωνα καὶ μὲ τὸν Α΄ Κανόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου· ἐνῶ «ἐντέλλονται ἅπαντες οἱ κληρικοὶ τῶν Γ.Ο.Χ. ὅπως περιορισθῶσιν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν μόνον τῶν μελῶν τῆς καθ᾿ ἡμᾶς ᾿Εκκλησίας», νὰ μὴν μεταδίδουν τουτέστιν τὰ μυστήρια τῆς ᾿Εκκλησίας μας εἰς τοὺς σχισματικοὺς καὶ οἰκουμενιστὰς νεοημερολογίτας. Τοὺς δὲ ἐπιστρέφοντας εἰς τὴν ᾿Ορθοδοξίαν ἐνετείλαντο ὅπως χρίωνται δι᾿ ῾Αγίου Μύρου. 
Τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν γίνεται μνεία τῶν ὡς ἄνω ὁμολογιῶν —ἀλλὰ καὶ τὸ ὅτι πουθενὰ δὲν φαίνεται νὰ ἀποποιοῦνται ρητὰ οἱ Κυπριανίτες ὅσα ἐπὶ 30 ἔτη διεκήρυτταν καὶ δημοσίευαν διαρκῶς, δηλαδὴ ὅλα ὅσα περιεγράψαμε ἀνωτέρω— ἐπιβεβαιώνει ἔτι περισσότερον πὼς οἱ Γ.Ο.Χ. ὑπεχώρησαν εἰς τὰ κακόδοξα φρονήματα τῶν Κυπριανιτῶν. Τὸ συμπέρασμα θλιβερόν: Οἱ «᾿Ενιστάμενοι» τοῦ Κυπριανοῦ χάριν τῆς ἑνώσεως ἀπαρνήθηκαν τὸν τίτλον «᾿Ενιστάμενοι» καὶ προσέλαβαν τὸν τίτλον «᾿Εκκλησία Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος», ἐνῶ ἡ Σύνοδος τοῦ Καλλινίκου-Χρυσοστόμου Κιούση, χάριν τῆς ἑνώσεως, ἀπαρνήθηκε τὸ ὁμολογιακὸ πιστεύω ἑνὸς ῾Ιεροῦ ᾿Αγῶνος 90 ἐτῶν, προσλαμβάνουσα ὅλα τὰ χλιαρὰ φρονήματα τοῦ Κυπριανοῦ Κουτσούμπα καὶ προσχωρώντας εἰς τὸν «Κυπριανιτισμόν». ῎Οφειλαν πρὶν ἀπὸ ὅλα οἱ δύο παρατάξεις, ὡς ἀκολουθούσαι τὸ πάτριον ἑορτολόγιον, νὰ θυμηθοῦν τὸ 1935, τὸ 1950 καὶ τὸ 1974, καὶ ὄχι νὰ ἐνεργοῦν ὡσὰν νὰ μὴν τοὺς ἀφοροῦν καὶ νὰ τὰ ἀποσιωποῦν ἐνόχως. 
᾿Αναγινώσκοντας κανεὶς τὸ κείμενό τους ἀποκομίζει τὴν αἴσθηση ὅτι, ὁ ἱερὸς ἀγὼν τῶν «Παλαιοημερολογιτῶν» ἀρχίζει μὲ τὴν δική τους ἕνωση! Τηρεῖται σιγὴ ἰχθύος διὰ τὸ παρελθόν, ὡσὰν νὰ μὴν ὑπάρχει αὐτό. ῾Ωσὰν νὰ ἀρχίζουν ἀπὸ τὴν ἀρχή. Πρόκειται οὐσιαστικά —ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασις— διὰ μίαν ἐπανίδρυσιν τοῦ χώρου τοῦ πατρίου ἑορτολογίου, βασισμένη πάνω σὲ σαθρὲς βάσεις καὶ σάπια θεμέλια. Δυστυχῶς ἐνταῦθα καταδεικνύεται ὅτι οἱ «᾿Ενιστάμενοι» κατηδάφισαν σιωπηρῶς, ἀκύρωσαν καὶ ἠφάνισαν τὸ πιστεύω τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ., ἀντικαθιστώντας αὐτὸ μὲ τὸ φρόνημά τους, ὅτι διὰ νὰ κηρυχθοῦν σχισματικοὶ ἢ αἱρετικοὶ οἱ ὑποτεταγμένοι εἰς τὸν Οἰκουμενισμόν-Νεοημερολογιτισμὸν ᾿Εκκλησίαι, χρειάζεται σύγκλησις μίας (Μεγάλης) Γενικῆς Συνόδου τῶν Γνησίων ᾿Ορθοδόξων. 
᾿Ακολουθοῦν εἰς τοῦτο κατὰ πόδας τοὺς «ἀντιοικουμενιστὰς» (ὑποτίθεται) θεολόγους καὶ ἱεράρχας τοῦ νέου ἡμερολογίου, ποὺ προσπαθοῦν νὰ συγκρατήσουν ὅσους ἀνησυχοῦν καὶ προβληματίζονται ἀπὸ τὸ ποίμνιό τους, παραπέμποντας τὴν τελικὴ κρίση καὶ καταδίκη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ σὲ μελλοντικὴ Σύνοδο. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ συντάκται τοῦ κειμένου δὲν ἀποκαλοῦν ξεκάθαρα αἱρετικὴ τὴν «ἐπίσημον ᾿Ορθοδοξίαν»· ἢ, καὶ ὅταν τὸ κάμουν ἔμμεσα, χαρακτηρίζοντας γενικὰ τὸν Οἰκουμενισμὸν αἵρεσιν καὶ παναίρεσιν, ἀφήνουν καὶ πάλιν τὴν ὁριστικὴ λήψη ἀποφάσεων εἰς τὴν Μείζονα Σύνοδο. 
Εἰς περίπτωσιν ὅμως ποὺ ἡ Μείζων Σύνοδός τους ἀποφασίσει ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς δὲν εἶναι αἵρεσις, οἱ Κυπριανίτες εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἀκυρώσουν καὶ ὅλους τοὺς ἀγώνας ποὺ ὑποτίθεται ὅτι ἔκαναν κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τὰ προηγούμενα χρόνια, ὅπως τὰ ἀντιοικουμενιστικὰ συνέδρια καὶ ἐκδηλώσεις, τὰ ἀντιοικουμενιστικὰ κηρύγματα, καὶ οὕτω καθ᾿ ἑξῆς. Μὲ τὸ νὰ παραπέμπουν ὅμως σὲ Σύνοδο τοῦ μέλλοντος δι᾿ ἐξέτασιν θεμάτων ποὺ ἀφοροῦν αὐτονόητες καὶ θεμελιώδεις ἐκκλησιολογικὲς θέσεις τῆς ῾Αγίας μας ᾿Εκκλησίας, κάνουν αὐτὸ ποὺ στηλίτευσαν (ὑποτίθεται) εἰς τὸ τέλος τοῦ κειμένου τους. «Κατελέγχουν ἐλλιπῆ τὴν κεκηρυγμένην ᾿Ορθόδοξον Πίστιν. ᾿Αλλ᾿ Αὕτη πεπληρωμένη ἤδη ἐσφράγισται, μὴ ἐπιδεχομένη μήτε μείωσιν, μήτε αὔξησιν, μήτε ἀλλοίωσιν ἡντιναοῦν, καὶ ὁ τολμῶν ἢ πρᾶξαι ἢ συμβουλεῦσαι ἢ διανοηθῆναι τοῦτο, ἤδη ἠρνήθη τὴν Πίστιν τοῦ Χριστοῦ».
῎Ετσι, λοιπόν, γενικολογοῦν, ὁμιλοῦν ἀόριστα, λέγουν, ἀλλ᾿ αὐτοαναιροῦνται, φάσκοντες καὶ ἀντιφάσκοντες, διότι δὲν φαίνεται νὰ πιστεύουν αὐτὰ ποὺ γράφουν. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ συντεθὲν κείμενο εἶναι μᾶλλον ἀδογμάτιστο καὶ ἀόριστο, οἱ δὲ συνυπογράφοντες καὶ δι᾿ αὐτοῦ ἑνωθέντες, οὔτε συνομολογοῦν τί πιστεύουν, οὔτε συναποφαίνονται ἢ συναποφασίζουν διὰ τὸ ὁ,τιδήποτε. Κατέληξαν ἔπειτα ἀπο μακροχρόνιον διάλογον εἰς τὸ ἑνωτικὸν συλλείτουργον ἄνευ οὐδεμιᾶς, κοινῆς καὶ συμφώνου ῾Ομολογίας Πίστεως. ᾿Ενήργησαν ἐν προκειμένῳ, ὅπως ὁ Πάπας μὲ τὸν Βαρθολομαῖον ποὺ προχωροῦν σὲ ἕνωση, παραπέμποντας τὴν ἐπίλυση τῶν διαφορῶν τους σὲ μελλοντικὴ Σύνοδο. Πράττουν (οἱ δύο παρατάξεις) αὐτὸ τὸ ὁποῖον οἱ ἴδιοι γράφουν εἰς τὴν παράγραφον 11 τοῦ Β΄ κεφαλαίου· δηλαδή «μία συμβατικὴ ἕνωσις τῶν διεστώτων», διαφορετικὸ φρόνημα ἐχόντων (ὑποτίθεται), ἡ ὁποία «ἀποκαθιστᾷ τὴν εὐχαριστιακὴν κοινωνίαν, ἄνευ βεβαίως κοινῆς ῾Ομολογίας Πίστεως»
Πρόκειται λοιπὸν δι᾿ ἕνα χλιαρὸν κείμενον, τὸ ὁποῖον φαίνεται νὰ ἀρνεῖται καὶ νὰ ἀπεμπολῇ τὸ πιστεύω καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος τῶν ὁμολογητῶν προκατόχων ἡμῶν ἁγίων ἀρχιερέων, Χρυσοστόμου πρώην Φλωρίνης, Γερμανοῦ Δημητριάδος καὶ Χρυσοστόμου Ζακύνθου, καθὼς καὶ τοῦ μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν κυροῦ Αὐξεντίου. 
Σήμερον, μετὰ παρέλευσιν 90 ἐτῶν ἀφ᾿ ὅτου διακηρύττεται καὶ ἐφαρμόζεται ἐν τῇ πράξει ὁ Παναιρετικὸς Οἰκουμενισμός, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ λέγονται διάδοχοι τῶν ῾Αγίων ἐκείνων καὶ ῾Ομολογητῶν ἀνδρῶν καὶ συνεχισταὶ τῶν πατρώων παραδόσεων, διὰ τοῦ προαναφερθέντος κειμένου δὲν κηρύττουν τὴν Νεοημερολογιτικὴν ᾿Εκκλησίαν τῶν Οἰκουμενιστῶν —τουλάχιστον κατὰ τρόπον ξεκάθαρον καὶ σαφῆ— οὔτε σχισματικήν, οὔτε αἱρετικήν. ᾿Επίσης δὲν προσδιορίζουν καὶ δὲν διαβεβαιοῦν διὰ τὰ μυστήρια τῆς Παναιρέσεως αὐτῆς. Οὔτε δὲ ἀποφασίζουν ὡς Σύνοδος ἀποτελουμένη ἀπὸ 20 καὶ πλέον ἐπισκόπους, ἕνα ἑνιαῖον μέτρον περὶ τῆς ἀποδοχῆς τῶν προσερχομένων εἰς τὴν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν. Καὶ αὐτό, καθ᾿ ἣν στιγμὴν οἱ σωματειακοὶ ἀναχειροτονοῦν —ἄπαγε τῆς βλασφημίας!— ἀρχιερεῖς καὶ κληρικοὺς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησίαν μας (χειροθεσία τὸ ὀνομάζουν αὐτοί).
῾Η τραγικὴ εἰρωνεία τῆς ὑποθέσεως εἶναι, ὅτι οἱ δρόμοι τῶν δύο πραξικοπηματιῶν τοῦ 1979, Καλλινίκου Σαραντόπουλου καὶ Κυπριανοῦ Κουτσούμπα, πάλιν συναντῶνται —ὄχι διὰ καλόν— ἀφοῦ οἱ παρατάξεις τους ἑνώνονται καὶ γίνονται μία «ἐκκλησία». Μία ἕνωσις ποὺ δικαιώνει τοὺς σκοποὺς καὶ τοὺς στόχους τοῦ πραξικοπήματος, ποὺ δὲν ἦσαν ἄλλοι ἀπὸ τὴν ὑφαρπαγὴ τῆς καθόλου ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως καὶ την ἐκ τῶν ἔσω διάβρωσιν καὶ ἀλλοίωσιν τοῦ φρονήματος τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ.. Καὶ τὸ πέτυχαν αὐτό· ὁ ἕνας (Καλλίνικος) μὲ τὴν Σωματειοποίησιν τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. καὶ ὁ ἄλλος (Κυπριανός) μὲ τὰ αἱρετικὰ κρυπτοοικουμενιστικά του φρονήματα.
Καὶ μποροῦν μὲν τὸ «Κ.Σ.» καὶ «Ε.τ.Ν.» νὰ ἐπικαλοῦνται τὸ θυσιαστικὸ πνεῦμα, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται ὅτι ἔγινε ἡ τοιαύτη ἕνωσις, ὅμως —ὅπως ἀναντίρρητα ἀποδείχθηκε ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω— ἐκεῖνα ποὺ θυσίασαν Σωματειακοὶ καὶ Κυπριανίτες εἰς τὸν βωμὸν τῆς ἑνώσεως, δὲν ἦσαν ἄλλα ἀπὸ τὶς ἀρχὲς καὶ τὰ πιστεύω ποὺ ἀπετέλεσαν καὶ ἀποτελοῦν τὴν βάσιν καὶ τὰ θεμέλια τοῦ  Ἱεροῦ ἡμῶν γῶνος τῶν Γ.Ο.Χ. τὰ τελευταῖα ἐνενήκοντα ἔτη. Πῶς θὰ μπορούσαμε, λοιπόν, ἐμεῖς νὰ συμμετέχουμε εἰς μίαν τέτοιαν ἕνωσιν; Πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιλέξουμε ὁποιαδήποτε ἄλλην στάσιν, πέραν τῆς αὐθεντικῆς; Ἀπέναντι εἰς ἕνα —ὅπως ἀπεδείχθη, καὶ θλιβόμεθα ποὺ θὰ τὸ ποῦμε— ἐκτρωματικὸ ἐγχείρημα, ποὺ μπορεῖ νὰ φέρῃ τὸ ὄνομα τῶν Γ.Ο.Χ., ἀλλ’ ἀπέχει ἀπὸ τοὺς Γ.Ο.Χ. —τοὺς ὄντως, τοὺς ἀληθινοὺς Γ.Ο.Χ.· διότι τώρα δυστυχῶς πρέπει νὰ μιλᾶμε πλέον καὶ διὰ γνησίους καὶ ἀληθινοὺς Γ.Ο.Χ., εἰς ἀντιδιαστολὴν μὲ τοὺς ψεύτικους καὶ κάλπικους— ὅσον ἀπέχει ἡ Ἀνατολὴ ἀπὸ τὴν Δύσιν, ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὴν γῆν.
᾿Εμεῖς ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, μὲ συνοχὴ καρδίας καὶ ἀδελφικὸ ἐνδιαφέρον, τοὺς καλοῦμε σὲ μετάνοια τώρα, ὅσον εἶναι ἀκόμη καιρός, προτοῦ τὰ πράγματα ἐπιδεινωθοῦν. ῍Ας συναισθανθοῦν ποῦ ὁδηγοῦνται· καὶ ἂν δὲν λυποῦνται τὸν ἑαυτόν τους, ἂς φεισθοῦν τουλάχιστον τοῦ ποιμνίου ποὺ τοὺς ἀκολουθεῖ. Τοὺς προειδοποιοῦμε, ὅτι ἂν δὲν τὸ πράξουν, θὰ μᾶς βροῦν ἀπέναντί τους. Καὶ θὰ δικαιώσουν ὅλες ἐκεῖνες τὶς φωνὲς ποὺ τοὺς ἀποκαλοῦν προδότας τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος καὶ Δούρειον ῎Ιππον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐντὸς τοῦ χώρου τοῦ πατρίου ἑορτολογίου. ᾿Αδελφοί μου, προσοχή! Στῶμεν καλῶς! Στῶμεν μετὰ φόβου!

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...