5.12.11

Η ΚΑΚΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ κ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΙΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΣ



Σημάτης Παναγιώτης

Εἶναι γνωστὸ τὸ γεγονὸς τῆς βράβευση τοῦ μητροπολίτη Περγάμου κ. Ἰωάννη Ζηζιούλα ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Βόλου καὶ ἀπὸ τὸν ἐντόπιο Μητροπολίτη κ. Ἰγνάτιο, ποὺ δήλωσε «ἔμπλεος χαρᾶς καὶ δοξολογίας πρὸς τὸν ἐν Τριάδι Θεὸν γιὰ τὴν ἐκεῖ παρουσία» τοῦ κ. Ζηζιούλα, τὸν ὁποῖο θεωρεῖ ὡς «λαμπρὸ ἐκπρόσωπο, τὸν πρεσβευτὴ τῆς ἑλληνόφωνης θεολογίας καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν διεθνὴ ἐκκλησιαστικὸ καὶ ἀκαδημαϊκὸ χῶρο»!
Στὴν βράβευση παραβρέθηκαν: ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου μητροπολίτης Βελεστίνου κ. Δαμασκηνὸς καὶ οἱ ἑλλαδίτες μητροπολίτες Τρίκκης, Θεσσαλιώτιδος, Ἐλασσῶνος, Μεσσηνίας καὶ Ρεντίνης. Χαιρετισμὸ ἔστειλαν οἱ κοσμήτορες τῶν θεολογικῶν Σχολῶν Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης. Ὁ πρῶτος, ὁ κ. Μπέγζος εἶπε: «Ἐὰν Ὀρθοδοξία εἶναι ὄντως ἡ ὀρθὴ δόξα, τότε Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ τοῦ 20ου καὶ τοῦ 21ου αἰῶνα εἶναι ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ἰωάννης». Ὁ δεύτερος, ὁ κ. Τρίτος, εἶπε πὼς ὁ κ. Ζηζιούλας εἶναι ἕνας «ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους συγχρόνους ὀρθοδόξους θεολόγους»!

Ὡς ἐκ τούτου, καὶ ἐπειδὴ πολλοὶ ὀρθόδοξοι πιστοὶ κάθε βαθμοῦ, ἔχουν τὴν βαθειὰ πεποίθηση ὅτι ὁ κ. Ζηζιούλας διδάσκει αἱρετικὲς θέσεις, –κι αὐτὸ ἔχει καταγγελθεῖ στοιχειοθετημένα– θεωροῦμε ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἔχει καθῆκον νὰ πάρει θέση γιὰ τὴν διδασκαλία τοῦ κ. Ζ. Τὰ ἐρωτήματα εἶναι: Τὰ ὀρθόδοξα σημεῖα τῆς διδασκαλίας του, τοῦ δίνουν τὸ δικαίωμα σὲ ἄλλα σημεῖα νὰ αἱρετίζει; Αὐτὴ ἐξ’ ἄλλου, δὲν εἶναι ἡ προσφιλής, ἀλλὰ δόλια μέθοδος τῶν οἰκουμενιστῶν; Ὁ κ. Ζ. θεολογεῖ ἢ φιλοσοφεῖ; Ἂν θεολογεῖ πρωτοτύπως, (ὅπως ὁ ἴδιος πιστεύει καὶ οἱ περιτρεχάμενοι τὸν κολακεύουν) σημαίνει ὅτι ἔχει καθαρθεῖ καὶ φωτιστεῖ, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐγγίζει ἐξ ἐμπειρίας τὰ περὶ τοῦ θείου; Ἂν θεολογεῖ φιλοσοφῶν, μᾶλλον βλάπτει τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν Ἐκκλησία. Ἂν φιλοσοφεῖ θεολογῶν, τότε πρέπει νὰ παραιτηθεῖ τουλάχιστον ἀπὸ ἐπίσκοπος καὶ νὰ ἀφοσιωθεῖ στὸν πειρασμικὸ πειραματισμὸ ποὺ ἐμπνέει ὁ ἐφευρευτὴς κακῶν.

Δημοσιεύσαμε πρόσφατα ἕνα ἐκτεταμένο κείμενο, στὸ ὁποῖο περιελαμβάνοντο οἱ βασικότερες αἱρετικὲς θέσεις τοῦ κ. Ζηζιούλας καὶ ἡ ἀναίρεσή τους μὲ βάση τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τὴν βοήθεια τῶν ἐν Ἑλλάδι θεολόγων. Τὸ παρὸν ἄρθρο σκοπὸ ἔχει νὰ πληροφορήσει, ὅτι αἱρετικὲς θέσεις στὸ ἔργο τοῦ κ. Ζ. ἔχουν ἐπισημάνει, ὄχι μόνο οἱ ἐν Ἑλλάδι θεολόγοι, ἀλλὰ καὶ θεολόγοι τῆς ὑπόλοιπης Εὐρώπης, ὅπως πολλοὶ ἀγγλόφωνοι ὀρθόδοξοι καὶ ἑτερόδοξοι θεολόγοι. Καὶ ἡ δική τους ἐτυμηγορία ἔχει μεγαλύτερη σημασία γιὰ τὸν ἑξῆς σημαντικό λόγο: τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν κειμένων καὶ ἄρθρων τοῦ κ. Ζηζιούλα εἶναι δημοσιευμένο σὲ ξένα περιοδικὰ καὶ δὲν ἔχει ἀκόμα μεταφρασθεῖ στὰ ἑλληνικά. Ὡς ἐκ τούτου, τὶς αἱρετίζουσες ἰδέες του οἱ ἀγγλόφωνοι θεολόγοι τὶς διάβασαν πρωτοτύπως στὴν μητρική τους γλῶσσα καὶ ἔτσι μὲ μεγαλύτερη εὐκολία διέκριναν τὰ κακόδοξα σημεῖα τῆς θεολογία του. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ δώσουμε μεγάλη προσοχὴ στὴν κριτικὴ ποὺ τοῦ ἐξασκοῦν.

Ἐκδόθηκε τὸ 2008 ἕνας τόμος ἀφιερωμένος στὴν θεολογία τοῦ κ. Ζηζιούλα ἀπὸ τὸν Douglas H. Knight, μὲ τίτλο «Ἡ θεολογία τοῦ Ἰωάννη Ζηζιούλα». Ἐκεῖ διαβάζουμε ὅτι ὁ κ. Ζ. «κατηγορήθηκε ὡς ὑπαρξιστὴς» καὶ ὅτι «εἰσήγαγε μιὰ διάσταση φιλοσοφικὴ στὴ χριστιανικὴ πίστη» (Douglas H. Knight, Ἡ θεολογία τοῦ Ἰωάννη Ζηζιούλα, Εἰσαγωγή, σελ. 21, ἐκδ. Degiorgio 2008). Ὁ Ζηζιούλας «εἶναι φιλόσοφος στὸ βαθμὸ ποὺ μιλάει μὲ ἀφετηρία τὴ Χριστιανικὴ Ἐκκλησία καὶ παράδοση, καὶ μόνον ἡ προκατάληψη ἀπέναντι στὴ διακριτὴ πρόταση τῆς Χριστιανικὴς θεολογίας ἀποτρέπει τὴν ἀναγνώριση τῆς φιλοσοφικῆς ποιότητας τοῦ ἔργου του» (Ὅπ. παρ., σελ. 17).

Στὸ σημεῖο αὐτό, βέβαια, συμφωνοῦν καὶ Ἕλληνες θεολόγοι, ὅπως ὁ καθηγητὴς Φαράντος, ὁ ὁποῖος ἔδειξε ὅτι «τὸ ὄργανον καὶ τὸ κριτήριον τοῦ θεολογεῖν διὰ τὸν κ. Ζηζιούλα εἶναι ἡ λογική, εἰδικώτερον δὲ ἡ ἐπιστημονικὴ λογική. Ὁ κ. Ζηζιούλας ἀποφεύγει ἐπιμελῶς νὰ ἐργάζεται μὲ θεολογικὰς ἐννοίας καὶ κατηγορίας, ὅπως θεία ἀποκάλυψις, Ἁγ. Γραφὴ καὶ Ἱ. Παράδοσις, ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν συνόδων, αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας, πίστις κλπ.». Καὶ ὅταν χρησιμοποιεῖ αὐτὲς τὶς ἔννοιες, «οὐδένα, σχεδόν, ρόλον παίζουν εἰς τὸν θεολογικόν του στοχασμόν». Ὁ κ. Ζηζιούλας ἀπαιτεῖ, ὅταν ὁμιλοῦμε θεολογικά, νὰ διατυπώνουμε τὶς ἀπόψεις μας «μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μὴν προσκρούσωμε σὲ λογικὲς ἀντιφάσεις καὶ σὲ βασικὰ ἐπιστημονικὰ δεδομένα»! (Μ. Φαράντου, Οἰκουμενισμὸς ἢ Ὀρθοδοξία; Ἡ κρίση τῆς θεολογίας τοῦ Ἰω. Ζηζιούλα).

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Douglas παραθέτουμε κάποιες ἀπὸ τὶς ...περίεργες θέσεις τοῦ κ. Ζηζιούλα μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι οἱ πνευματικοὶ καὶ οἱ θεολόγοι, ποὺ ἕως τώρα ἀρνοῦνται πεισμόνως καὶ περιέργως νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὸ ἔργο του, ἂν καὶ ἔχουν τὶς γνώσεις καὶ τὶς δυνατότητες πρὸς τοῦτο (ποὺ ἐμεῖς δὲν ἔχουμε), θὰ θελήσουν καταπιαστοῦν μὲ τὴν «θεολογία» τοῦ κ. Ζηζιούλα, καὶ νὰ ἀναλύσουν τὶς καταγγελόμενες ἐπὶ αἱρέσει θέσεις του, ὥστε νὰ γνωρίσουν καὶ οἱ ὑπόλοιποι ποιμένες, νὰ μάθει ὁ λαὸς καὶ νὰ προφυλάσσονται.

Καὶ τοῦτο διότι ὁ κ. Ζηζιούλας δὲν εἶναι μόνο ἕνας στοχαστὴς ἢ ἕνας φιλόσοφος, ποὺ τότε θὰ ἦταν ἐλεύθερος νὰ διατυπώνει ὁποιαδήποτε ἄποψη θέλει. Ὁ κ. Ζηζιούλας παρουσιάζεται ὡς ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος, ὑποτίθεται κατασταλαγμένος στὴν πίστη, γι’ αὐτὸ καὶ διδάσκαλος τῶν πιστῶν· καὶ ἐὰν –ὅ,τι λέγει– διαφέρουν ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἐὰν εἶναι κακόδοξα καὶ αἱρετικά, καὶ παρ’ ὅλο ποὺ τοῦ ὑποδείχθηκε συνεχίζει νὰ τὰ ὑποστηρίζει, ἀσφαλῶς καὶ δὲν μπορεῖ νὰ συνεχίζει κατέχων τὸν τίτλο τοῦ διδασκάλου καὶ λειτουργοῦ τῆς Ἐκκλησίας.
Ἂς δοῦμε, λοιπόν, κάποιες ἀπὸ τὶς θέσεις του αὐτές, ὅπως τὶς παρουσιάζουν σὲ ἕνα συλλογικὸ Τόμο ὁ Douglas H. Knight καὶ ἄλλοι θεολόγοι (Ἕλληνες καὶ ξένοι). Ὁ ἐκδότης θεωρεῖ ὅτι ὁ τόμος αὐτὸς ἀποτελεῖ «ἀποτίμηση τῆς θεολογίας τοῦ Ἰωάννη Ζηζιούλα», ὁ ὁποῖος ὣς τώρα (ἡ ἔκδοση ἔγινε τὸ 2008) δὲν ἀντέκρουσε τὴν κριτικὴ ποὺ ἐδέχθη.

Γράφει ὁ ἐκδότης: «Ὁ Ζ. διδάσκει ὅτι ἡ ζωὴ καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ ἔχει τὴν αἰτία της στὸν Πατέρα καὶ πὼς ἡ μοναδικότητα αὐτῆς τῆς πηγῆς βρίσκει τὴν πληρέστερη ἔκφρασή της στὸν ὅρο ΄μοναρχία΄. Ὁ Πατέρας εἶναι ἡ δύναμη ποὺ ἐλεύθερα ἐνεργεῖ ὅπως ἐνεργεῖ καὶ εἶναι ἡ μοναδικὴ πηγὴ ὅλων τῶν ἐνεργημάτων. Ὁ Ζ. ἀποκαλεῖ τὸν Πατέρα τὸ ΄αἴτιο΄, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ ὅρος “αἴτιο” δὲν ἔχει τὴ ἄψυχη καὶ ἀπρόσωπη δευτερεύουσα ἔννοια τῆς λέξεως “πηγή”. Ἀλλά, ἂν ἀνακαλύψουμε πὼς οἱ ἀγγλικὲς ὑποδηλώσεις τῶν ὅρων ”αἴτιο” καὶ ”πηγὴ” εἶναι ἐξίσου ἀπρόσωπες, ἴσως ὁ ὅρος ”ἱδρυτής”, γιὰ παράδειγμα, νὰ εἶναι ἕνας καλύτερος τρόπος νὰ μεταφράσουμε τὴν ἑλληνικὴ λέξη ”αἰτία” καὶ ἔτσι νὰ διασφαλίσουμε τὴν ἐλευθερία τοῦ Πατρὸς καὶ τὸ ἔργο του. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι Θεὸς μόνο λόγῳ τῆς ΄ἀρχῆς΄ τοῦ Πατρός, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὴν ἀρχὴ τοῦ Πατρὸς ἀναλαμβάνει καὶ ἀποδέχεται, υἱοθετεῖ καὶ ἀσπάζεται ὁ Υἱός» (Douglas H. Knight, ὅπ. παρ., σελ. 26).

«Ὁ Πατέρας εἶναι Πατέρας ἐπειδὴ ὁ Υἱὸς ποὺ ἀνταποκρίνεται σ’ αὐτὸν τὸν ἀποκαλεῖ μ’ αὐτὸ τὸ ὄνομα. Καθὼς ὁ Πατέρας εἶναι ἐλεύθερος νὰ εἶναι Πατέρας γιὰ τὸν Υἱό, ἡ δημιουργία δὲν ἀποτελεῖ ἀναγκαῖο ἀποτέλεσμα τῆς ὕπαρξής τους. Ἀφοῦ ὁ Θεὸς δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ δημιουργία του, αὐτὴ μπορεῖ πραγματικὰ νὰ στηρίζεται πάνω του καὶ νὰ παραλαμβάνει τὴν ἐλευθερία ἀπ’ αὐτόν.
»Κατὰ παρόμοιο τρόπο, ὁ Υἱὸς δὲν ἐνεργεῖ ἀφ’ ἑαυτοῦ· δὲν ἐργάζεται ὡς μονάδα. Ἐνεργεῖ στὰ πλαίσια τοῦ ἔργου τοῦ Πατρός, καὶ ὅ,τι κάνει, τὸ κάνει μὲ τὸν Πατέρα καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ συνεργεῖ μὲ τὸν Πατέρα, τὸ ἔργο του ἐπιβεβαιώνει τὴ μοναρχία τοῦ Πατρός» (ὅπ. παρ., σελ. 27).
«Στὴν παρουσίαση τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ χρίσματος, ὁ Ζηζιούλας τακτικὰ ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ δύο αὐτὲς στιγμὲς τῆς εἰσαγωγῆς στὰ Χριστιανικὰ δόγματα ἐπιφέρουν μία ὀντολογικὴ ἀλλαγὴ στὸ πρόσωπο, ἢ στὴν ὑπόσταση ἐκείνων ποὺ κατηχοῦνται. Δὲν ἀνήκουν πλέον στὴν ἀποχαλινωμένη ἀπροσώπη τάξη τῆς φύσεως, ἀλλὰ συμμετέχουν σὲ μία ἄλλη τάξη, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀγαπητικη υἱϊκὴ σχέση ποὺ ἀπολαμβάνει ὁ Υἱὸς μὲ τὸν Πατέρα, ἐντὸς καὶ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Philip Rosato Sj., Ἡ χειροτονία τῶν Βαπτισμένων: Οἱ Λαϊκοὶ ὡς μία τάξη τῆς Ἐκκλησίας, Εἰς Douglas H. Knight «Ἡ θεολογία τοῦ Ἰωάννη Ζηζιούλα», σελ. 248).

«Ἔτσι, ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὸ θεῖο Πνεῦμα ὥστε νὰ ἀποκαλοῦν τὸν Πατέρα «Ἀββᾶ» (πβ. Ρωμ. 8:15-17» Γαλ. 4:6-7), καὶ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ «Κύριο» (πβ. Κορ. Α' 12:3), οἱ πιστοὶ περνοῦν ἀπὸ τὴ βιολογικὰ προσδιορισμένη, στὴν πνευματικὰ προσδιορισμένη ὑπόστασή τους, ἀπὸ τὸ ἀσταθὲς καὶ ἐξατομικευμένο εἶναι τους, στὸ ὁριστικὸ καὶ κοινοτικό τους εἶναι. Σύμφωνα μὲ τὸν Ζηζιούλα, ἡ υἱϊκη ταυτότητα τῆς τάξεως τῶν Χριστιανῶν, ἀξιώνει ὁ πρῶτος καὶ σπουδαιότερος αἴτιος τῶν εἰσαγωγικῶν τους μυστηρίων, νὰ εἶναι ὁ Πατέρας. Ἡ ἐπενέργεια τῶν μυστηρίων αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν αἰώνια, φιλάνθρωπη βούληση τοῦ Δημιουργοῦ ὥστε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ περιχωρηθοῦν στὴ διαπροσωπική του ὕπαρξη μὲ τὸν Υἱὸ ἐντὸς καὶ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

»Ἡ προτεραιότητα ποὺ ἀποδίδεται στὴν ἐνέργεια τοῦ Πατρὸς-Δημιουργοῦ, ὅσον ἀφορᾶ στὸν προσδιορισμὸ τῆς θεολογικῆς ταυτότητας τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ κεντρικὸ σημεῖο ἐντρύφησης στοὺς Ἕλληνες πατερικοὺς συγγραφεῖς. Ὁ Ζηζιούλας τὸ ἀποδίδει αὐτὸ ὡς ἑξῆς:

»”Ἡ Ἐκκλησία ὑφίσταται πρωτίστως ἐπειδὴ ὁ Πατέρας —ὡς διακριτὸ πρόσωπο— ἐπιθυμεῖ τὴν ὕπαρξή της. Εἶναι ἡ πρωτοβουλία καὶ ἡ εὐδοκία τοῦ Πατρὸς ποὺ ἔφερε τὴν Ἐκκλησία στὴν ὕπαρξη. Ἀλλὰ πέραν τούτου, εἶναι ὅτι στὸν Πατέρα —ὡς προσώπου διακρίτου ἀπὸ τὸν Υἱό—, ἡ Ἐκκλησία θὰ παραδοθεῖ στὸ τέλος, ὅταν ὁ Χριστὸς παραχωρήσει τὰ πάντα σὲ αὐτόν. Ἔτσι, ὅσον ἀφορᾶ τὴν καταγωγική της ἀρχὴ ἀλλὰ καὶ τὸν προορισμό της, ἡ Ἐκκλησία εἶναι πάνω ἀπ' ὅλα ἡ “Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ” (Θεὸς=ὁ Πατέρας στὴν Βίβλο), πρὶν ἀκόμη θεωρηθεῖ ὡς ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἢ ἐκείνου ἢ τοῦ ἄλλου τόπου» (Ἰωάννη Ζηζιούλα, «The Mystery of the Church in the Orthodox Tradition», One in Christ 24 (1988) σ. 295).

»Ἐδῶ ὁ Ζηζιούλας ὑπογραμμίζει τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ φιλάνθρωπος σκοπὸς τοῦ διακρίτου προσώπου, τοῦ Πατρός, εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ ὁ ἀπώτερος στόχος τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὴ ἡ σαφῶς «θεολογικὴ» μᾶλλον, παρὰ χριστολογικὴ ἢ πνευματολογική, ἑρμηνεία τῆς ὕπαρξης τῆς Ἐκκλησίας, δὲν σημαίνει βεβαίως ὅτι ὑποβαθμίζονται οἱ ἀντίστοιχοι ρόλοι τοῦ Λόγου καὶ τοῦ Πνεύματος στὴν ἱστορικὴ θεμελίωση καὶ στὸν ἐσχατολογικὸ προσανατολισμὸ τῆς Ἐκκλησίας. Προορίζεται νὰ διατυπώσει μία ἰσχυρὴ σύγχρονη ἐπανατοποθέτηση τῆς πίστης τῶν Ἑλλήνων πατερικῶν συγγραφέων, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει, «ἀπὸ τὸν Ἀδάμ», ἐὰν λάβουμε ὑπ' ὄψιν μας τὸ σύνολο τῆς ἀνθρωπότητας, ἢ «ἀπὸ τὸν Ἄβελ», ἂν δώσουμε ἔμφαση στὸ κατάλοιπο τῶν δικαίων τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ ἐπιμονὴ αὐτὴ στὴν προτεραιότητα τοῦ Πατρὸς-Δημιουργοῦ, ὅσον ἀφορᾶ στὴ θεϊκὴ ἐνέργεια τῆς ἵδρυσης καὶ καθοδήγησης τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει τὴν ἀφετηρία της στὴν σπλαχνικὴ βούληση τοῦ πρώτου προσώπου τῆς Τριάδος.
Ἐπειδὴ ὁ Πατέρας-Δημιουργὸς εἶναι πρώτιστα ἀγάπη, εἶναι σὲ θέση νὰ στείλει στὸν κόσμο τόσο τὸν Υἱὸ-Ἀναδημιουργό, ὁ ὁποῖος εἶναι πρωταρχικὰ ἀγαπώμενος καὶ ἀγαπῶν, ἄλλα καὶ τὸ Πνεῦμα-Μεταδημιουργό, τὸ ὁποῖο εἶναι κυρίως ἀγαπώμενο. Μὲ ἐκκλησιαστικοὺς ὅρους αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ἀγαπητικὴ προαίρεση τοῦ Πατρὸς νὰ ὑπάρχει μία τάξη βαπτισμένων καὶ χρισμένων προσώπων, εἶναι τὸ θεμέλιο τῆς “Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ”. Ἡ βάση αὐτὴ ἀποκαλύπτεται μέσα στὴν ἱστορία μὲ τὴν προσδοκία, τὴν ἔλευση καὶ τὸν θρίαμβο τοῦ ἐνσαρκωμενου Υἱοῦ. Μέσα στὸ γεγονὸς-Χριστός, ἡ υἱϊκὴ ὕπαρξη τοῦ Λόγου γίνεται, σὲ δεδομένο χρόνο καὶ τόπο, ὁρατὴ καὶ ἁπτὴ διὰ τῶν ἀγαπημένων καὶ ἀγαπώντων ἀνθρώπων, τὸ μυστικὸ σῶμα τῶν Χριστιανῶν, ἀναγεννημένων μέσα στὸ μυστήριο τοῦ Πάσχα. Μὲ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡ “Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ” ἀποκτᾶ μία συγκεκριμένη ἁγιότητα καὶ ὁριστικοποιεῖται, ὡς ὁ ἀγαπημένος λαός, ὁ μυστικὸς ναὸς τῶν Χριστιανῶν. Διὰ τοῦ μυστηρίου τῆς Πεντηκοστῆς ἐξαγιαζονται, ὥστε νὰ πραγματώσουν τὰ ρήματα, τοὺς συμβολισμοὺς καὶ τὶς προεικονίσεις τῶν ἐσχάτων μέσα στὴν ἱστορία μέχρι τὸ μυστήριο αὐτὸ νὰ βρεῖ τὴν ἐκπλήρωσή του. Ἔτσι, γιὰ νὰ ἐκφραστῶ μὲ τὰ λόγια τοῦ Ζηζιούλα ποὺ παρέθεσα, προορίζονται νὰ θεωρηθοῦν μέλη αὐτῆς τῆς ecclesia Dei (“Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ”), πρὶν ἀκόμη ἐννοηθοῦν ὡς μετέχοντες στὴν ecclesia Christi (“Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ”), ἢ στὴν Ἐκκλησία “αὐτοῦ ἢ ἐκείνου τοῦ τόπου”, δηλαδὴ στὴν ecclesia Spiritus (“Ἐκκλησία τοῦ Πνεύματος”). Στὴν πραγματικότητα, ὁ Ζηζιούλας μὲ τὴ θεολογία τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ χρίσματος, ἐπιβεβαιώνει τὸ ἀξίωμα ὅτι ἡ οἰκονομικὴ Τριάδα εἶναι ἡ ἐνδοκοσμικὴ Τριάδα, καὶ ἀντιστρόφως. Οἱ ρόλοι τῶν τριῶν θείων Προσώπων, ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἀρχή, στὴ φύση καὶ στὸν σκοπὸ τῆς ὕπαρξης τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὸν χρόνο, προηγοῦνται τῆς μίας θείας οὐσίας μέσα στὴν ἐνδοκοσμικὴ πραγματικότητα στὴν ὁποία τὰ τρία Πρόσωπα μετέχουν μὲ διαφορετικὸ τρόπο» (Πβ. Ἰωάννη Ζηζιούλα, «The Doctrine of God the Trinity Today: Suggestions for an Ecumenical Study», in Alasdair Heron, London: BCC, 199,1 σσ. 19-32, Εἰς Philip Rosato Sj., Ἡ χειροτονία τῶν Βαπτισμένων: Οἱ Λαϊκοὶ ὡς μία τάξη τῆς Ἐκκλησίας, Εἰς Douglas H. Knight «Ἡ θεολογία τοῦ Ἰωάννη Ζηζιούλα» σελ. 248-250).
«Σὲ ὁρισμένους Ὀρθοδόξους ἀναγνῶστες, ἡ θέση ποὺ ἐμφαντικὰ σημειώνει ὁ Ζηζιούλας ὅτι οἱ βαπτισμένοι καὶ οἱ χρισμένοι ἀνήκουν πρωταρχικὰ στὴν “Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ”, παρὰ στὴν “Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ” ἢ στὴν “Ἐκκλησία τοῦ Πνεύματος”, θὰ μποροῦσε νὰ φανεῖ καινοφανὴς καὶ προκλητική. Ἡ ἐπιμονὴ στὴν πρωταρχικότητα τῆς τάξεως τῶν βαπτισμένων καὶ χρισμένων, ὡς ἀπαραίτητου προαπαιτούμενου γιὰ ὅλες τὶς ἄλλες τάξεις, θὰ μποροῦσε ἐπίσης νὰ φανεῖ ὅτι ἐπαπειλεῖ τὸν σεβασμὸ ποὺ ἀποδίδεται στοὺς χειροτονημένους λειτουργοὺς καὶ τὴν ὑπακοὴ ποὺ τοὺς ὀφείλεται γιὰ τὴν εὐημερία καὶ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ περισσότεροι Ὀρθόδοξοι, ὡστόσο, ἐπικροτοῦν τὴν ἔμφαση ποὺ δίνει ὁ Ζηζιούλας στὴ θεολογικὴ ταυτότητα ἐκείνων ποὺ λαμβάνουν τὰ μυστήρια τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ χρίσματος. Οἱ διαβεβαιώσεις του δὲν ὁδηγοῦν σὲ καμιὰ παραπλανητικὴ υἱοθέτηση μοντέρνων δημοκρατικῶν τάσεων, ἢ σὲ λανθασμένη μεταφορὰ στοὺς λαϊκοὺς τῆς τιμῆς ποὺ εἶχε ἀποδοθεῖ πρωτύτερα στὴν ἱεραρχία. Εἶναι παραδειγματικὰ σαφὲς γιὰ τὸν Ζηζιούλα ὅτι ἡ θεμελιώδης ἰσότητα δὲν ἔχει γίνει περισσότερο σημαντικὴ ἀπὸ τὴν ἐκ Θεοῦ ἐπιτρεπομένη ἐξουσία μέσα στὴν Ἐκκλησία.

»Ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, ἡ ἄποψη ποὺ πρότεινε ὁ Ζηζιούλας, θὰ μποροῦσε κατ' ἀρχὴν νὰ θεωρηθεῖ ὡς μία καινοτόμος διατύπωση τῆς ταυτοτήτας τῶν βαπτισμένων καὶ χρισμένων. Στὰ κείμενα τῆς Β' Βατικάνειας Συνόδου δὲν γίνεται κατηγορηματικὴ ἀναφορὰ στὴν ὕπαρξη μιᾶς “τάξης” Χριστιανῶν ποὺ μοιράζονται ἕνα νέο ὀντολογικὸ πρόσωπο ποὺ μετέχει στὴν υἱϊκὴ σχέση τοῦ Υἱοῦ πρὸς τὸν Πατέρα, ἐντὸς καὶ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅμως ἡ τοποθέτηση τοῦ Ζηζιούλα σαφῶς συνάδει, καὶ ἴσως ἀποδίδει μὲ μεγαλύτερη διαύγεια, τὸν θεολογικὸ στόχο τοῦ σχετικοῦ κειμένου τῆς Β' Βατικάνειας Συνόδου, τὸ ὁποῖο ἐπιβεβαιώνει ὅτι οἱ λαϊκοὶ συναποτελοῦν τὴν κοινὴ ἢ βαπτισματικὴ ἱεροσύνη. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ ἡ ἱεροσύνη εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ἱεραρχικὴ ἢ λειτουργικὴ ἱεροσύνη τῶν χειροτονημένων, συνδέεται ἀναγκαστικὰ μὲ αὐτήν. Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ποὺ μαθαίνουν τὴ σχετικὴ δήλωση, ὅτι τὸ βάπτισμα καὶ τὸ χρῖσμα τοὺς ἐντάσσει συνεπαγωγικὰ στὴ διαδικασία τῆς χειροτονίας τους ὡς μελῶν τῆς τάξεως τῶν Χριστιανῶν, θὰ μποροῦσαν σαφῶς νὰ τὴν ἀποδεχτοῦν, ὡς διευκρίνηση τῆς θέσεως ὅτι ἀνήκουν σὲ μία κοινὴ ἱεροσύνη.

»Ἐπιπλέον, ἡ ἔμφαση στὴν ἔννοια τοῦ Πατρὸς-Δημιουργοῦ ὡς κοινότητα τοῦ ἀρχικοῦ εἰσηγητῆ καὶ τελικοῦ ἐγγυητῆ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀπέδιδε ἐναργέστερα τὴ φράση αὐτὴ τῆς Β΄ Βατικάνειας Συνόδου. “Οἱ πρεσβύτεροι συγκεντρώνουν τὴν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ μαζὶ ὡς μία κοινότητα ζωντανῆς ἑνότητας, καὶ τὴν ὁδηγοῦν διὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐν Πνεύματι στὸν Θεὸ Πατέρα”. Ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἀγαπητικὴ ὑποδοχὴ τοῦ πρώτου προσώπου τῆς Τριάδος συνιστᾶ τὸ τέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι ἐπίσης, ἡ ἀγαθή του προαίρεση συνιστᾶ τὴν καταγωγικὴ ἀρχὴ τῆς τάξεως τῶν βαπτισμένων καὶ χρισμένων» (Philip Rosato Sj., Ἡ χειροτονία τῶν Βαπτισμένων: Οἱ Λαϊκοὶ ὡς μία τάξη τῆς Ἐκκλησιας, Εἰς Douglas H. Knight, ὅπ. παρ., σελ. 250-252).

«Τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Ζηζιούλα γιὰ τὴν καθολικότητα καὶ συνεπῶς τὴν πληρότητα τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας σημαίνει ὅτι ὁ οἰκουμενισμὸς δὲν εἶναι κάτι ἐπιπρόσθετο, ἀλλὰ ἕνα ἐπιτακτικὸ εὐαγγελικὸ αἴτημα. Κάθε Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ ὀρθοτομεῖ, νὰ εἶναι καθολικὴ καὶ οἰκουμενική: οἱ “διαιρεμένες Ἐκκλησίες καλοῦνται νὰ παραλάβουν ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη ἢ στὴν πραγματικότητα νὰ παραλάβουν ΄ἡ μία τὴν ἄλλη΄”. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ἁπλῶς συμφωνία ἐπὶ τοῦ δόγματος, ἀλλὰ τὴν ἀμοιβαία ἐκκλησιαστικὴ ἀναγνώριση, τὴν “πρόσληψη τῆς μίας Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν ἄλλη Ἐκκλησία” –στὸ γεγονὸς τῆς Εὐχαριστίας (Ζηζιούλα, The Theolofical Rtoblem of Reception, σελ. 189-190). Ἡ Ἐκκλησία, ἂν καὶ μία, ὑπάρχει ΄ὡς ἐκκλησίες΄ (στὸν πληθυντικὸ) καὶ αὐτὲς οἱ Ἐκκλησίες ὑπάρχουν ὡς ΄Μία Ἐκκλησία΄ μέσω καὶ διὰ τῆς συνεχοῦς ἀναγνώρισης μεταξὺ τους ὡς ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν» (Ζηζιούλα, The Theolofical Rtoblem of Reception, σελ. 190, Εἰς Douglas H. Knight, ὅπ. παρ., Εἰσαγωγή, σελ. 32).
«Ἡ Ἐκκλησία εἶναι πλήρης ὅταν ὅλα τὰ μέρη της βρίσκονται σὲ κοινωνία μεταξύ τους, καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸν τὸ κάθε μέρος πρέπει νὰ ἐπιμείνει στὴν σπουδαιότητα τῆς πρακτικῆς τῆς σύγκλισης συνόδων τοῦ συνόλου τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ ἴδιο νὰ ὑπακούει στοὺς κανόνες τῆς ἐν λόγῳ πρακτικῆς. Ἡ συνοδικότητα εἶναι ἡ πρακτικὴ τῆς κοινωνίας. Κανένα δόγμα ἢ βασικὴ πρακτικὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποφασιστεῖ χωρὶς τὴ συμφωνία τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας σὲ κάθε ξεχωριστὴ σύνοδο. Ἡ ἑνότητα αὐτὴ προνοεῖται καὶ ἐκπληρώνεται στὴν Εὐχαριστία, ὅπου ἡ κάθε τοπικὴ σύναξη κοινωνεῖ μὲ ὅλες τὶς ἄλλες συνάξεις, πέραν χώρου καὶ χρόνου, ἑνώνοντας ὅλους τοὺς καιροὺς στὸν χρόνο τοῦ Θεοῦ» .

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...