14.11.11

Εξωκοινοβουλευτικός Πρωθυπουργός ή Συνταγματική νομιμότητα;

Μια ανάλυση που περνάει από κόσκινο τα ψιλά γράμματα της υπόθεσης Παπαδήμου

Γράφει ο Λάζαρος Ελευθεριάδης
 Πρόκειται για ένα από τα ανοικτά ζητήματα του ελληνικού συνταγματικού δικαίου, εάν το υπάρχον πολίτευμα επιτρέπει τους εξωκοινοβουλευτικούς πρωθυπουργούς.

Στα άρθρα 37 και 38 του Συντάγματος προβλέπεται ρητά η αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας για τον διορισμό πρωθυπουργού, μόνο στην ...
περίπτωση κατά την οποία υπάρχει έλλειψη δεδηλωμένης στη Βουλή και μόνο εφόσον δεν τελεσφορήσουν οι διερευνητικές εντολές ανοίγει ο δρόμος για διορισμό ως εξωκοινοβουλευτικού πρωθυπουργού που μπορεί να επιλέξει ο ΠτΔ ανάμεσα στα πρόσωπα των προέδρων των τριών ανώτατων δικαστηρίων της Χώρας. Δεν πρόκειται όμως για εφαρμογή της παρ. 4 που αναφέρει ότι διορίζεται πρωθυπουργός όποιον υποδείξει η κοινοβουλευτική ομάδα, γιατί αυτό γίνεται μόνο όταν μιλάμε για τον αρχηγό/εκπρόσωπο του κόμματος που δεν έχει εκλεγεί βουλευτής ή για κόμμα που δεν έχει αρχηγό/εκπρόσωπο.

Υποστηρίζεται βάσιμα ότι αφού το Σύνταγμα στο άρθρο 38 δεν προβλέπει ρητά διορισμό εξωκοινοβουλευτικού πρωθυπουργού (ενώ στο άρθρο 37 δεν υπάρχει αντίστοιχη ρητή πρόβλεψη), ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει αρμοδιότητα να διορίσει τέτοιο άτομο ως πρωθυπουργό.

Μπορεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να διορίσει "αυτόν" που θα υποδείξει η κοινοβουλευτική ομάδα, ακόμη κι αν δεν είναι βουλευτής;

Oι προβληματισμοί για την αποσαφήνιση της δημοκρατικής νομιμοποίησης του πρωθυπουργού και της σχέσης του με τη Βουλή που περιβάλλει με την εμπιστοσύνη ή την ανοχή της, την κυβέρνηση, για τη σχέση του πρωθυπουργού ατομικά με την κοινοβουλευτική ομάδα στην οποία ανήκει, αλλά και για τη σχέση όλων αυτών με το πλαίσιο και τις δυνατότητες ρυθμιστικής παρέμβασης του Προέδρου της Δημοκρατίας, καθιστούν το θέμα επίκαιρο όχι μόνον ως νομικό θέμα, αλλά ως θέμα κυρίως πολιτικό.

Θα μπορούσε, ωστόσο, να αντιταχθεί ότι από την παρ. 2 συνάγεται πως κατά την αξιολόγηση του συνταγματικού νομοθέτη μόνον οι εξαιρετικές περιπτώσεις παραίτησης ή θανάτου, δικαιολογούν διαδικασία συντομότερη από αυτή των διερευνητικών εντολών και ότι ειδικά η αδυναμία του πρωθυπουργού να ασκήσει τα καθήκοντά του απαιτεί πιο μακρά και λιγότερο επείγουσα διαδικασία, λόγω του ότι είναι μία κατάσταση συχνά ασαφής και δεκτική αμφισβητήσεων, που χρήζει συνολικότερης θεώρησης από τη Βουλή (διαδικασία πρότασης δυσπιστίας) πολύ περισσότερο αφού η "αρχηγό-κεντρική θεώρηση του κομματικού θεσμού, δεν συνάδει με τη βούληση του συνταγματικού νομοθέτη κατά το άρθρο 38 παρ. 2 Συντ., λαμβανομένης υπόψη και της ρύθμισης του άρθρου 29 Συντ." (σελ. 74).

Σύμφωνα με το Άρθρο 38 παρ2 του Συντάγματος, "όταν παραιτείται ο πρωθυπουργός δεν παραιτείται η κυβέρνηση. Στο διάστημα αυτό ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει μέσα σε τρεις ημέρες αυτόν που η κοινοβουλευτική ομάδα του κυβερνώντος κόμματος αποφασίζει για πρωθυπουργό." Επίσης, "έως ότου διοριστεί ο πρωθυπουργός, τα καθήκοντά του ασκεί ο πρώτος στη σειρά αντιπρόεδρος."

Το Σύνταγμα εφαρμόστηκε ακριβώς τον Ιανουάριο του 1996, όταν ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου αποχώρησε από την πρωθυπουργία για λόγους υγείας, διατηρώντας ωστόσο την ιδιότητα του προέδρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Τότε διορίστηκε πρωθυπουργός ο κ. Σημίτης ο οποίος προχώρησε σε εκλογές 9 μήνες μετά χωρίς να υπάρξει καμία ακυβερνησία στο διάστημα που μεσολάβησε.  
Υπενθυμίζουμε λοιπόν το Ελληνικό Σύνταγμα, σε ορισμένους υπουργούς του ΠΑ.ΣΟ.Κ έτσι ώστε να σταματήσουν επιτέλους να παίζουν με τη νοημοσύνη μας κάνοντας υπεκφυγές.

Σε περίπτωση που ο πρωθυπουργός παραιτηθεί "ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει Πρωθυπουργό αυτόν που προτείνει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος στο οποίο ανήκει ο απερχόμενος Πρωθυπουργός, εφόσον αυτό διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών..." (Άρ. 38 - παρ.2)
Στη συγκεκριμένη περίπτωση λοιπόν αν η κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ διατηρήσει την απόλυτη πλειοψηφία (151+) στο κοινοβούλιο, τότε η κοινοβουλευτική του ομάδα θα εκλέξει νέο πρωθυπουργό, όπως έκανε το 1996 όταν κι εξελέγη ο Κ. Σημίτης.

Η πρόταση γίνεται το αργότερο σε τρεις ημέρες από την παραίτηση του Πρωθυπουργού. "Αν κανένα κόμμα δεν διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει στον αρχηγό του κόμματος που διαθέτει τη σχετική πλειοψηφία διερευνητική εντολή για να διακριβωθεί η δυνατότητα σχηματισμού Κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής" (Αρ. 37 - παρ.2) Κάθε διερευνητική εντολή ισχύει για τρεις ημέρες. Αν οι διερευνητικές εντολές δεν τελεσφορήσουν, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλεί τους αρχηγούς των κομμάτων και, αν επιβεβαιωθεί η αδυναμία σχηματισμού Κυβέρνησης που να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, επιδιώκει το σχηματισμό Κυβέρνησης από όλα τα κόμματα της Βουλής για τη διενέργεια εκλογών και σε περίπτωση αποτυχίας αναθέτει στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου το σχηματισμό Κυβέρνησης, όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, για να διενεργήσει εκλογές, και διαλύει τη Βουλή.

Σε περίπτωση που η κυβέρνηση δεν πάρει ψήφο εμπιστοσύνης, σύμφωνα με την 1η παράγραφο του Άρθρου 38, απαλλάσσεται από τα καθήκοντά της. Και σε αυτή την περίπτωση εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 37.
Άρθρο 37 του ισχύοντος Ελληνικού Συντάγματος
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει τον Πρωθυπουργό και, με πρότασή του, διορίζει και παύει τα λοιπά μέλη της Κυβέρνησης και τους Υφυπουργούς. Πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός του κόμματος το οποίο διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών.

Αν κανένα κόμμα δεν διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει στον αρχηγό του κόμματος που διαθέτει τη σχετική πλειοψηφία διερευνητική εντολή για να διακριβωθεί η δυνατότητα σχηματισμού Κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Αν δεν διαπιστωθεί αυτή η δυνατότητα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του δεύτερου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος και εάν δεν τελεσφορήσει κι αυτή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του τρίτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος. Κάθε διερευνητική εντολή ισχύει για τρεις ημέρες.

Αν οι διερευνητικές εντολές δεν τελεσφορήσουν, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλεί τους αρχηγούς των κομμάτων και, αν επιβεβαιωθεί η αδυναμία σχηματισμού Κυβέρνησης που να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, επιδιώκει το σχηματισμό Κυβέρνησης από όλα τα κόμματα της Βουλής για τη διενέργεια εκλογών και σε περίπτωση αποτυχίας αναθέτει στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου το σχηματισμό Κυβέρνησης, όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, για να διενεργήσει εκλογές, και διαλύει τη Βουλή. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ανατίθεται, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης ή διερευνητική εντολή σε αρχηγό κόμματος, αν το κόμμα δεν έχει αρχηγό ή εκπρόσωπο, ή αν ο αρχηγός ή ο εκπρόσωπος του δεν έχει εκλεγεί βουλευτής, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει την εντολή σ` αυτόν που προτείνει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος.

Η πρόταση για την ανάθεση εντολής γίνεται μέσα σε τρεις ημέρες από την ημέρα που ο Πρόεδρος της Βουλής ή ο αναπληρωτής του ανακοινώνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη δύναμη των κομμάτων στη Βουλή• η ανακοίνωση αυτή γίνεται πριν από κάθε ανάθεση εντολής. 

Πρέπει οπωσδήποτε να αναζητηθούν στο Σύνταγμα κριτήρια θεσμικής συμπεριφοράς για παρόμοιες περιπτώσεις, ένα τέτοιο είναι η εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος, η προσπάθεια διαφύλαξης του δημοκρατικού, κοινοβουλευτικού και αντιπροσωπευτικού του χαρακτήρα και της δυνατότητας αυτορρύθμισης των κομμάτων.  
Η αντικατάσταση του πρωθυπουργού που συνεπάγεται ψήφο εμπιστοσύνης σε νέα κυβέρνηση πόσο στενά μπορεί να συνδέεται με τη σχέση κόμματος και κοινοβουλευτικής ομάδας; 
Ο εξωκοινοβουλευτικός πρωθυπουργός είναι μια εξαίρεση στο σύστημα του δημοκρατικού πολιτεύματος και ως εξαίρεση θα πρέπει να προβλέπεται ρητά από τον καταστατικό χάρτη της χώρας. Αλλιώς, όσο κι αν εξυπηρετεί την όποια πολιτική πρακτική κι εξέλιξη, είναι μια στρέβλωση του συστήματος χωρίς θεμελιώδη νομιμοποίηση.

Πέρα από την πολιτική κι αποφασιστική βαρύτητα μιας συμφωνίας της διευρυμένης πλειοψηφίας της Βουλής, θεωρώ ότι το ζήτημα δεν είναι καθόλου αμελητέο από την πλευρά του θεμελίου του πολιτεύματος, που είναι η λαϊκή κυριαρχία.

Πόσοι και Ποιοι πολίτες φορολογούμενοι, θεωρούν αξιόλογα πρόσωπα τον Κον Παπαδήμα και κάθε Κον Προβόπουλο οι οποίοι υπηρέτησαν την ιδιωτική Τράπεζα της “Ελλάδας, απέναντι στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον σχηματισμό μεταβατικής Κυβέρνησης; Γιατί έπρεπε να είναι Τραπεζίτης και δη εξωκοινοβουλευτικός, όταν υπήρξαν υποψηφιότητες, όπως του Κου Σκουρή , του Κου Δενδρινού, και άλλες? 

Μήπως τελικά όταν μιλούν για πρόσωπο κοινής αποδοχής εννοούν ΑΠΟΔΕΚΤΟ από τους πραγματικούς επικυρίαρχους της χώρας δηλ. τις Τράπεζες και όχι από τους υπηκόους της;

Κι έτσι παραδίδοντας, μεταμορφώνουν την μελλοντική διάσωση της χώρας σε διάσωση των Τραπεζών, ουσιαστικά αδιαφορώντας για τους Έλληνες πολίτες?

Τα σημερινά χρέη της χώρας αφορούν δάνεια και τόκους, προμήθειες επί προμηθειών, αυτής της τραγικής κατάστασης.

Ποτέ και κανένας από τους «σωτήρες» αυτής της χώρας δεν μας είπε τι περιλαμβάνει αυτό το χρέος, το οποίο καλούμαστε να εξοφλήσουμε εμείς.

Μήπως τελικά πληρώνει ο Ελληνικός λαός την κρίση χρέους των Τραπεζών;

Μήπως τελικά πληρώνουμε, εμείς, χρέη τα οποία δημιούργησαν άλλοι;
"...Εάν ο ΠτΔ διορίσει "εξωκοινοβουλευτικό πρωθυπουργό" δύναται να είναι μόνον οι πρόεδροι θεσμικών οργάνων του κράτους (οι πρόεδροι των τριών ανώτατων δικαστηρίων της Χώρας).
 Το δικαίωμα του ορισμού οιονδήποτε “εξωκοινοβουλευτικού πρωθυπουργού” απο τον ΠτΔ, αποτελεί διασταλτική ερμηνεία τών άρθρων του Συντάγματος, πράγμα το οποίο απαγορεύει το ίδιο το Σύνταγμα. ..."

Το Σύνταγμα συνιστά ένα κανονιστικό σύστημα εγγυήσεων κατά τις κρατικής αυθαιρεσίας και υπέρ της ατομικής και πολιτικής ελευθερίας.
Ο έλεγχος της συνταγματικότητας οργανώνεται και ασκείται σε δύο μεγάλες φάσεις:
ι. πριν από τη δημοσίευση και τη θέση σε ισχύ του νόμου, όποτε χαρακτηρίζεται προληπτικός ή πολιτικός και ασκείται από τη Βουλή και τον ΠτΔ.

ιι. μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου, οπότε χαρακτηρίζεται κατασταλτικός και ταυτίζεται με το δικαστικό.

Η σύνθεση και η οργάνωση της κυβέρνησης, κατά το Ελληνικό ισχύον Σύνταγμα είναι Πρωθυπουργοκεντρική (η θέση του Πρωθυπουργού είναι σαφώς ενισχυμένη.
Ο Πρωθυπουργός είναι φορέας της λαϊκής εντολής και διαμορφώνει την πολιτική βούληση της Κυβέρνησης. Είναι primus solus.

Το ισχύον Σύνταγμα, διαφοροποιεί και ενισχύει αισθητά τη νομικοπολιτική θέση του Πρωθυπουργού με ένα πλέγμα διατάξεων στο οποίο εντάσσονται
α. το 37§1 Σ. που τυποποιεί την απόλυτη αρμοδιότητα του Πρωθυπουργού να επιλέγει τους Υπουργούς και τους Υφυπουργούς του.

β. το 84§1 Σ, κατά το οποίο φορέας της εμπιστοσύνης της Βουλής είναι ο Πρωθυπουργός.
Η εμπιστοσύνη αυτή καλύπτει συνεκδοχικά και τους Υπουργούς και Υφυπουργούς που επιλέγει σε όλη τη διάρκεια της εντολής του.

γ. το 81§1 Σ. που αναφέρεται διακεκριμένα στον Πρωθυπουργό.

δ. το 82§2 Σ, κατά το οποίο ο Πρωθυπουργός, ως ατομικό όργανο, εξασφαλίζει την ενότητα της Κυβέρνησης (συντονισμός – άρση των δυσλειτουργιών), αλλά και κατευθύνει τις ενέργειές της καθώς και τις ενέργειες όλων των δημοσίων υπηρεσιών. 

Η ανάδειξη του Πρωθυπουργού και των μελών της Κυβέρνησης, πρέπει να συντελείται κατά τους όρους του άρθρου 37 Σ.

Σε περίπτωση ατομικής παραίτησης ή θανάτου του Πρωθ. εφαρμόζεται το 38§2 Σ

Αν η Βουλή αποσύρει την εμπιστοσύνη της προς αυτή κατά το άρθρο 84 Σ. (με την απόρριψη μιας πρότασης εμπιστοσύνης ή την αποδοχή τυχόν πρότασης δυσπιστίας) η κυβέρνηση απλλάσεται απο τα καθήκοντά της σύμφωνα με το αρθρο 38,1 Σ.

Η υποχρεωτική κατά το Σύνταγμα ακολοθούμενη διαδικασία, όταν παραιτηθεί ο πρωθυπουργός της χώρας, είναι, ο ΠτΔ δίνει διερευνητικές εντολές σχηματισμού κυβέρνησης με σειρά αναλόγως της πλειοψηφίας την οποίαν διαθέτουν στην υφιστάμενη βουλή τα κόμματα και εφ’όσον δεν τελεσφορήσει καμμία, προκηρύσονται εκλογές.
Ο μέγιστος αριθμός εντολών είναι τέσσερις.

Εφ’όσον παραιτηθεί ο υφιστάμενος πρωθυπουργός, ο ΠτΔ έχει το δικαίωμα διορισμού νέου πρωθυπουργού αυτόν που θα προτείνει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος στο οποίο ανήκει ο απερχόμενος πρωθυπουργός, εφόσον αυτό το κόμμα διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία τών εδρών στην βουλή, πάντα όμως ή κοινοβουλευτκό.

Εάν ο ΠτΔ διορίσει "εξωκοινοβουλευτικό πρωθυπουργό" δύναται να είναι μόνον οι πρόεδροι θεσμικών οργάνων του κράτους (οι πρόεδροι των τριών ανώτατων δικαστηρίων της Χώρας) . 

Το δικαίωμα του ορισμού οιονδήποτε “εξωκοινοβουλευτικού πρωθυπουργού” απο τον ΠτΔ, αποτελεί διασταλτική ερμηνεία τών άρθρων του Συντάγματος, πράγμα το οποίο απαγορεύει το ίδιο το Σύνταγμα.

Τα άρθρα 37 και 38 του Συντάγματος προβλέπουν ρητά την αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας για τον διορισμό πρωθυπουργού, και μόνο εφόσον δεν τελεσφορήσουν οι διερευνητικές εντολές ανοίγει ο δρόμος για διορισμό εξωκοινοβουλευτικού πρωθυπουργού που μπορεί να επιλέξει ο ΠτΔ ανάμεσα στα πρόσωπα των προέδρων των τριών ανώτατων δικαστηρίων της Χώρας.

Εδώ υπεισέρχονται οι ερμηνείες για την ανάθεση σε εξωκοινοβουλευτικό πρωθυπουργό, (λύση που δεν προβλέπεται ρητά από το Σύνταγμα), σχηματισμού κυβέρνησης.

Όταν ο πρωθυπουργός παραιτηθεί, εφόσον το κόμμα από το οποίο προέρχεται διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία στην Βουλή, δηλαδή 151+ βουλευτές, τότε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει πρωθυπουργό "αυτόν που προτείνει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος" του απερχόμενου, σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 2 του Συντάγματος.

Εάν η Κυβέρνηση παραιτηθεί, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απαλάσσει αυτήν από τα καθήκοντά της.

Σε αυτήν την περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 1 του Συντάγματος, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 37.
Αυτό σημαίνει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να διορίσει πρωθυπουργό τον αρχηγό του κόμματος που διαθέτει στην Βουλή την πλειοψηφία των εδρών. Εάν δεν υπάρχει τέτοια πλειοψηφία, ακολουθείται η διαδικασία των διερευνητικών εντολών. Η σύγκληση των αρχηγών από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας προϋποθέτει ακριβώς την τυχόν έλλειψη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Επομένως, η παράκαμψη του σταδίου των διερευνητικών εντολών δεν νομιμοποιεί την σύγκληση των πολιτικών αρχηγών, τουλάχιστον κατά το γράμμα του Συντάγματος.

`Αρθρο 38: (Κυβέρνηση, απαλλαγή καθηκόντων)

O Πρόεδρος της Δημοκρατίας απαλλάσσει από τα καθήκοντά της την Kυβέρνηση, αν αυτή παραιτηθεί, καθώς και αν η Bουλή αποσύρει την εμπιστοσύνη της κατά το άρθρο 84. Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 37.

Aν ο Πρωθυπουργός της παραιτούμενης Kυβέρνησης είναι αρχηγός ή εκπρόσωπος κόμματος που διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 37 παράγραφος 3 εδάφιο γ΄. 


Αν ο Πρωθυπουργός παραιτηθεί, εκλείψει ή αδυνατεί για λόγους υγείας να ασκήσει τα καθήκοντά του, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει Πρωθυπουργό αυτόν που προτείνει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος στο οποίο ανήκει ο απερχόμενος Πρωθυπουργός, εφόσον αυτό διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών.
Η πρόταση γίνεται το αργότερο σε τρεις ημέρες από την παραίτηση ή την έκλειψη του Πρωθυπουργού ή από τη διαπίστωση της αδυναμίας του να ασκήσει τα καθήκοντά του. Αν κανένα κόμμα δεν διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, εφαρμόζεται αναλογικά η παράγραφος 4 και στη συνέχεια το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 και η παράγραφος 3 του προηγούμενου άρθρου.
Η αδυναμία του Πρωθυπουργού να ασκήσει τα καθήκοντά του για λόγους υγείας διαπιστώνεται από τη Βουλή με ειδική απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, ύστερα από πρόταση της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος στο οποίο ανήκει ο Πρωθυπουργός, εφόσον αυτό διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών.
Σε κάθε άλλη περίπτωση η πρόταση υποβάλλεται από τα δύο πέμπτα τουλάχιστον του όλου αριθμού των βουλευτών.
Εως ότου διοριστεί ο νέος Πρωθυπουργός τα καθήκοντα του Πρωθυπουργού ασκεί ο πρώτος κατά σειρά Αντιπρόεδρος και εφόσον δεν έχουν διοριστεί Αντιπρόεδροι ο πρώτος κατά σειρά Υπουργός.

Επανερχόμενος λοιπόν, σε συνέχεια του προηγούμενου άρθρου μου, οφείλω να επισημάνω τα επακόλουθα, συγκρότησης κυβέρνησης με "εξωκοινοβουλευτικό Πρωθυπουργό", σε ότι αφορά, το πρώτο άρθρο του Ελληνικού συντάγματος, το θεμέλιο του πολιτεύματος, που είναι η “λαική κυριαρχία”, όχι μόνον ώς νομική έννοια αλλά κυρίως ώς πολιτική.
Είναι γνωστό ότι Δημοκρατία σημαίνει κυριαρχία του Λαού. 


Ο όρος "λαϊκή κυριαρχία" νομίζω ότι είναι ένας εμφανώς σύγχρονος και ουδέτερος όρος, που δεν επιδέχεται παρανοήσεις, και είναι επιπλέον ένα γενικότερο κριτήριο χαρακτηρισμού πολιτευμάτων.

Αν είναι πλήρης, έχουμε δημοκρατία. Η λαϊκή κυριαρχία εξάλλου διαβαθμίζεται.

Η Δημοκρατία είναι δίδυμη αδελφή της “λαϊκής κυριαρχίας”, μιας αρχής που δηλώνει πως όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό και ασκούνται υπέρ αυτού.

Δηλαδή ότι ο Λαός είναι κυρίαρχος, παντοδύναμος αλλά μέσα στο αντιπροσωπευτικό σύστημα δίνει την εξουσία στους αντιπροσώπους του, και αυτοί την ασκούν στο όνομα του ίδιου, και σε αυτόν λογοδοτούν. 

Είναι ο απαράβατος όρος που προβλέπει το Σύνταγμά μας για την υλοποίηση κάθε δημοκρατικής πορείας.

Πώς όμως υλοποιείται σήμερα η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας;

Σε μία αντιπροσωπευομένη Δημοκρατία οι πολιτικοί υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν το Λαό, οι πολιτικοί εκτός από το Λαό καλούνται να υπηρετήσουν και τα συμφέροντα του Έθνους σύμφωνα με το Σύνταγμα της Ελλάδος.

Το Έθνος λοιπόν είναι μια οντότητα που περιλαμβάνει μεν, είναι διαφορετική δε, και λογικά ευρύτερη από το Λαό.

Έτσι οι πολιτικοί υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τη θέληση του Λαού, αλλά πρέπει να αποφασίζουν σύμφωνα με τα εθνικά συμφέροντα.

Άρα η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας “κάμπτεται”, αλλά δεν παρακάμπτεται, αρχικά από την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του Έθνους.

Η αντιδιαστολή μεταξύ Έθνους και λαού εξυπηρετεί την άρχουσα Εθνική αστική τάξη, εξαιτίας του γεγονότος, της επίπλαστης αντίληψης της, περί Έθνους-κράτους.
Άρα δεν είναι μυστικό ότι το έθνος κράτος, μαζί με όλα τα άλλα, είναι και ένας αστικός θεσμός.

Ένας θεσμός διαμορφωμένος έτσι, ώστε να κατοχυρώνει τα δικαιώματα της τάξης αυτής και να ευνοεί τη δράση της.

Έτσι η έννοια του Έθνους είναι, στρεβλά αποδιδόμενη, από τότε και μέχρι σήμερα αναπόσπαστα δεμένη με την έννοια της αστικής τάξης.

Όσο κι αν ένα τέτοιο συμπέρασμα φαίνεται να ξενίζει, στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και ο τρόπος που οι ίδιοι οι πολιτικοί μας αντιλαμβάνονται το εθνικό συμφέρον.
Γιατί στην ώρα της κρίσης και της παρέκκλισης φαίνεται ποιος πραγματικά είναι ο κυρίαρχος, ποιος έχει την πραγματική εξουσία και ο οποίος κατά την καθημερινότητα παραμένει καλά κρυμμένος.
Άλλωστε δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι αποφασίζει για τη ζωή του, όταν κάποιος άλλος παίρνει γι`αυτόν τις πιο σημαντικές αποφάσεις.

Κυριολεκτικά ο συλλογισμός, του ότι αυτός ο δρόμος του "εκσυγχρονισμού και της ανάπτυξης", στην ουσία, ο δρόμος της δικτατορίας της αγοράς, και της νεοφιλελευθεροποίησης, είναι ο μόνος σωστός, είναι περισσότερο απο αντιπροσωπευτικός της πραγματικότητος.

Δυστυχώς αυτόν τον συλλογισμό, υιοθέτησε ώς πυρήνα της πολιτικής του το σημερινό ΠΑΣΟΚ, υπό τον Γ.Α.Παπανδρέου μεταλλάσοντας πλήρως ένα κίνημα με ρίζες κεντροαριστερές.
Οι μεταρρυθμίσεις και η πολιτική της λιτότητας στην ελληνική οικονομία, ώστε αυτή να πληρεί τις προϋποθέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης "για το καλό της Χώρας", είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του παραπάνω συλλογισμού.

Αλλά άς έρθουμε στην προσπάθεια που κάνει σήμερα το πολιτικό σύστημα να κρατηθεί “αναίμακτα” στην εξουσία, στην διαχείριση τών ωφελημάτων αυτής της διαχείρισης.

Με την σημερινή "Δημοκρατία", οι υποψήφιοι βουλευτές ουσιαστικά διορίζονται απο τίς ηγεσίες των κομμάτων και δεν εκλέγονται με εσωκομματικές διαδικασίες από τα μέλη των κομμάτων, ο λαός μας δεν εκλέγει ούτε τους δικαστές του, ούτε τις αρχές που θα αξιολογούσαν το έργο τους, η κάθε κυβέρνηση απαρτίζεται από τον πρωθυπουργό χωρίς κανένα κριτήριο αξιοκρατίας και δημοτικότητας των υπουργών του στον λαό, και έν γένει η απαιτούμενη αντιπροσωπευτικότητα απο το Ελληνικό Σύνταγμα είναι “όνειρο θερινής νυκτός” με ότι αυτό συνεπάγεται για τα δικαιώματα του Έλληνα πολίτη.

Ειδικότερα σήμερα έχουμε μιά κυβέρνηση η οποία ποτέ δεν θα λογοδοτήσει στόν Ελληνικό λαό για τα πεπραγμένα της, διότι δέν εκλέχθηκε απο αυτόν, δέν έχει την έγκρισή του, δεν έχει απ’ευθείας αναφορά σε αυτόν, παρότι συχνά αναφέρεται σε αυτόν λεκτικά.

Δεν υπάρχει, ούτε εχει κατατεθεί, πρόγραμμα το οποίο θα κριθεί, θα συγκριθεί και θα εγκριθεί απο τον Ελληνικό λαό.
Οπότε έχει την δυνατότητα να πράξει ανεξέλεγτα και χωρίς να λογοδοτήσει σε κανέναν, ότι θέλει στην πράξη, παρά τίς ευφάνταστες υποσχέσεις τών κομμάτων. 

Λαμβανομένου σοβαρά υπ’όψιν ότι το απελθόν αλλά εξακολουθόν να κυβερνά κόμμα της “πλειοψηφίας”, το ΠΑΣΟΚ, πολιτικά και ηθικά, είναι εκτεθειμένο απέναντι στον Ελληνικό λαό, διότι τόν εξαπάτησε, υφαρπάζοντας την ψήφο του, υποσχόμενο άλλα, απο αυτά που τελικώς έπραξε, καταλήγοντας ένα καθεστωτικό κόμμα. 

Μέ μια πολιτική υποτακτική του κεφαλαίου ή τουλάχιστον ανίσχυρη και ανίκανη, η οποία δεν συγκέντρωνε τις ελπίδες των πολιτών για καμία αλλαγή προς το καλύτερο.

Ομολογουμένως αδυνατώ να παρακολουθήσω την λεγόμενη “πολιτική’ αντιμετώπιση της συγκυβέρνησης απο την ΝΔ.
Στελέχη πρώτης γραμμής συμμετέχουν στην νέα κυβέρνηση του Λ.Παπαδήμου, όπως ο κ.Αβραμόπουλος (αντιπρόεδρος της ΝΔ), ώς ΥΕΘΑ, ο κ. Δήμας (αντιπρόεδρος της ΝΔ) ώς ΥΠΕΞ, και ο κ. Σαμαράς να δηλώνει περιχαρής, ότι η ΝΔ δεν συγκυβερνά.
Προφανώς είναι περαστικοί, έιδαν φώς και μπήκαν μέσα.

Οταν δεν έχεις επιχειρήματα για να στηρίξεις τίς πράξεις σου, αρχίζεις και λές “μπούρδες”, δυστυχώς!!!
Εν κατακλείδι έχουμε μία κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ με "ολίγη" ΝΔ και ΛΑΟΣ.

Οι ίδιοι άνθρωποι (υπουργοί, υφυπουργοί, κτλ) αυτόκλητα, και πάλι θέλουν να μάς σώσουν, τώρα υπο την ηγεσία ενός Τραπεζίτη.
Και ο λαός, κύριοι σοσιαλ(η)στές ;;;

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...