18.3.11

ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Είναι γνωστή η ιστορία του Λατινόφρονος Αυτοκράτορος Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου και του Πατριάρχου Ιωάννου Βέκκου (1260-1282).
Αυτοί για να αποκτήσουν υλικά αγαθά και για να συνάψουν «συμμαχίες» με τα Λατινικά Κράτη της Δύσεως «παρέδωσαν» την Ορθοδοξία, «αντί πινακίου φακής», στον αντίχριστο Πάπα της Ρώμης, κατά τον Άγιον Κοσμά τον Αιτωλόν! Ό,τι ακριβώς συμβαίνει και σήμερα από το έτος 1924!

Είναι επίσης γνωστοί οι τότε σκληροί διωγμοί κατά των πιστών τηρητών της Ορθοδοξίας, ιδιαιτέρως εναντίον των τότε Αγιορειτών Πατέρων, εκ των οποίων πολλοί εξ΄αυτών ανεδείχθηκαν Οσιομάρτυρες και Ομολογητές.
Επίσης, όσοι τόλμησαν να συλλειτουργήσουν στο Άγιον Όρος μετά του Λατινόφρονος Βέκκου, η θεία δίκη δεν τους άφησε ατιμώρητους.


Μία από τις ελάχιστες φωτογραφίες δύο αφορισμένων και άλιωτων Ορθοδόξων ιερέων(πάνω) πού συλλειτούργησαν με τούς Καθολικούς στην Μονή Μεγίστης Λαύρας τού Αγίου Όρους, επί Πατριάρχου Κων/λεως Βέκκου. Η φωτογραφία είναι παρμένη σε σπήλαιο τού Αγίου Όρους γύρω στα 1932, και δημοσιεύτηκε κατ΄ αρχάς στο περιοδικό "Κήρυξ Ορθοδόξων", αριθ. φύλ. 132...
Οι απεσταλμένοι τού Αυτοκράτορα και του Πατριάρχου Βέκκου, κατά την επίσκεψή τους στο Άγιο Όρος με σκοπό να εντάξουν τις Ιερές Μονές στο σχέδιό τους και να συλλειτουργήσουν μέ τούς Παπικούς, προσπάθησαν με διπλωματία να τούς φέρουν σε συλλείτουργο. Συνάντησαν όμως σθεναρά αντίσταση από τα περισσότερα Μοναστήρια με αποτέλεσμα να προχωρήσουν σε εγκληματικές ενέργειες πού ούτε οι βάρβαροι αντίχριστοι πειρατές δεν είχαν κάνει...
Και αφού έκαψαν τούς ανθενωτικούς μοναχούς στον Πύργο τής Μονής Ζωγράφου προχώρησαν και στην Μονή τού Βατοπαιδίου, και επειδή εκεί τους έλεγξαν ως Αιρετικούς, διά τούτο τον μεν Ηγούμενο αφού τον έδεσαν με αλυσίδες τον καταπόντισαν εις την θάλασσα, τους δε άλλους δώδεκα Μοναχούς, τους απαγχόνισαν εις τόπον λεγόμενο σήμερα Φουρκόβουνον.
 Τα ίδια περίπου συνέβησαν και εις την Ιερά Μόνην των Ιβήρων, όπου άλλους με καταπόντισαν βυθίζοντας το πλοίο μεταφοράς τους ανοικτά τού Ιβηρητικού πελάγους, άλλους δε, τους πήραν μαζί τους αιχμάλωτους…

Εις την Μεγίστη Λαύρα όμως, όπου τους υποδέχθηκαν επισήμως και μάλιστα με κωδωνοκρουσίες, επακολούθησε η οργή του Θεού… Κι΄ έτσι, ο μεν Ιεροδιάκονος Λαυριώτης πού συλλειτούργησε έλιωσε όπως το κερί στην φωτιά από σύντομη αρρώστια και πέθανε, οι δε άλλοι επτά συλλειτουργήσατες Ιερομόναχοι ( και κατ΄ άλλους 11 ), βρέθηκαν μετά θάνατον άλιωτοι, τυμπανισμένοι, με δαιμονική μορφή, και των οποίων τα κατάμαυρα λείψανα μέχρι το τέλος του 19ου αιώνος υπήρχαν στον Νάρθηκα του Κοιμητηρίου των Αγίων Αποστόλων σε κοινή θέα προς διδασκαλία και σωφρονισμό εκ των γεγονότων. 

ΟΙΚΤΡΑ ΤΑ  ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΩΝ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ…
 
Παρέλειψα να πω ότι και οι τοιχογραφίες της εκκλησίας, μόλις έγινε το ανίερο συλλείτουργο, ω του θαύματος, μαύρισαν, ανακαινίσθηκαν ύστερα, κατά το έτος 1544, από τον διάσημο ζωγράφο Θεοφάνη.

Η παράδοση διασώζει ότι κάποιος ευαίσθητος στην υγεία του προσκυνητής, μόλις πλησίασε και είδε τα κατάμαυρα και τυμπανιαία σώματα, με τα μαλλιά, με τα μεγάλα γαμψά νύχια, με τα ανοιχτά στόματα, όπου ελεύθερα οι ποντικοί εισέρχονταν και εξέρχονταν, τόσο πολύ φοβήθηκε, ώστε αμέσως πέθανε από συγκοπή καρδιάς.
 Αυτό το περιστατικό έγινε αιτία να τους απομακρύνουν από την Μονή και να τους μεταφέρουν στα παράλια της Ρουμανικής Σκήτης, όπου τους έκλεισαν σε ένα απόκρημνο και δύσβατο σπήλαιο.
 Αλλά επειδή κι εκεί οι περίεργοι δεν έπαυαν να τους επισκέπτονται, να τους βλέπουν και να τους φωτογραφίζουν, γι΄ αυτό τελευταία έχτισαν τελείως την θύρα του σπηλαίου και έγινε τελείως αγνώριστο αυτό το σπήλαιο, που περιέκλεινε μέσα του, τους αφορισμένους ενωτικούς Λατινόφρονες Λαυριώτες.»

Η μαρτυρία του π. Γαβριήλ

 ..πήγαμε το βράδυ και μείναμε στον αρσανά της Μεγίστης Λαύρας, για να συνεχίσουμε το πρωί, το ταξίδι μας, καθώς και έγινε. Μόλις όμως το πρωί απομακρυνθήκαμε λίγο διάστημα από την Λαύρα, ακούω να μου λέει ο γέροντας μου, Μελέτιος Μοναχός: Παιδί μου Γαβριήλ, εδώ παρεμπρός υπάρχουν οι αφορισμένοι, οι οποίοι δέχθηκαν τους Λατινόφρονες στην Μονή της Μεγίστης Λαύρας και συλλειτούργησαν με τον Ιωάννη Βέκκο και τη συνοδία του, τους οποίους έχω δει και άλλοτε, αλλά επειδή είσαι νέος και ίσως γίνει κάποτε λόγος και να λέγουν μερικοί ότι «ψέματα είναι, δεν υπάρχουν τίποτα, ούτε αφορισμένοι, αλλά τα λέγουν για φοβέρα εις τους ανθρώπους »* γι’ αυτό να πάμε να τους δεις με τα ίδια σου τα μάτια και καθόλου να μη πιστεύεις ό,τι και αν σου λέγουν, διότι και η Γραφή λέγει, ότι τα μάτια είναι πιο έμπιστα από τα αυτιά.

Λέγοντας ο γέροντας αυτά, φθάσαμε σε ένα απότομο γκρεμό, όπου μόνο να τον δει άνθρωπος τρομάζει, και μου λέει: «εδώ είναι». Ενώ εγώ περιεργαζόμουν να δω αυτούς μου λέγει: «Τι νομίζεις, ότι είναι Σταυρός ή Εικόνες να βλέπουν οι άνθρωποι, να κάνουν τον Σταυρό τους; Έχουν του διαβόλου την μορφή, την οποία θα δεις και θα πιστωθείς».

Τότε, λοιπόν, προσεγγίσαμε εις την απότομη εκείνη χαράδρα και με πολύ κόπο βγήκαμε έξω και με τα είκοσι νύχια ανεβήκαμε 5-6 μέτρα και έπειτα είδα ένα σπήλαιο και εισήλθαμε και βλέπω ελεεινό θέαμα: Τρεις ανθρώπους ακουμπισμένους στον βράχο, όρθιοι, με τα ρούχα, ράσα και ζωστικά, τα μάτια ανοιχτά, τα μαλλιά και τα γένεια και των τριών μακριά και κατάλευκα. Τα πρόσωπά τους όπως είναι το χρώμα της φούμας, το ίδιο και τα χέρια προς τα κάτω, τα δάχτυλα κυρτά προς τα μέσα, τα νύχια των χεριών τους έως 2 με 3 πόντους μεγάλα, των ποδιών τους δεν φαίνονταν επειδή ήταν καλυμμένα με τις κάλτσες και τα παπούτσια.

Μάλιστα, θέλησα να τους ψηλαφήσω. Να δω αν πράγματι το σώμα ήταν μαλακό ή μόνο ξερό δέρμα και οστά, αλλά δεν με άφηνε ο γέροντας. Μου λέγει: «Μη βάλεις χέρι επί την οργή του Θεού». Εις όλα όμως τ’ άλλα έδωσα μεγάλη προσοχή, αλλά δεν τους ακούμπησα. Και καθόλου δεν δειλίασα, τώρα όμως, όταν τους θυμηθώ ταράσσεται η ψυχή μου και δεν μπορώ ούτε να κοιμηθώ ημερόνυχτα, ούτε να φάγω δύο και τρεις ημέρες, ενώ τότε που τους είδα, ούτε έβαλα τίποτε στο νου μου.

Γράφω με το ίδιο μου το χέρι, στις 2 Μαρτίου 1964 στη Ι. Μονή Ξενοφώντος. Γαβριήλ Ιερομόναχος, πνευματικός εκ του Ιβηριτικού Κελλίου «Γενέσιον του Τιμίου Προδρόμου».
Από το φυλλάδιο «Ανθενωτικά-ημερολογιακά-αγιορείτικα, Αθήναι 1974»

«Τα Πάτρια, τόμος Β΄, Πειραιάς 1994» με ελαφρά διασκευή στη καθομιλουμένη.

* Είναι τοις πάσι γνωστό ότι όλοι σχεδόν οι «μνημονευτές» Αγιορείτες» από 50 ετών και πάνω, γνωρίζουν επ’ ακριβώς και την ιστορία αλλά και την ύπαρξη των αφορισμένων της Λαύρας. Εν τούτοις όμως αποφεύγουν όχι μόνο να το συζητούν αλλά σε τυχόν συζήτηση ή να σιωπούν ή να το θεωρούν με περισσή σοβαρότητα...ως μύθο, δηλαδή όπως με ελαφρότητα λέγουν ότι είναι «παραμύθια των Ζηλωτών Αγιορειτών Πατέρων»!
Γιατί όμως αυτό; Ίσως από έλεγχο της συνειδήσεώς ή από διαβολική ενοχή απέναντι των μαρτυρισάντων επί Λατινόφρονος Ιωάννου Βέκκου, με όσα σήμερα δέχονται ή με προδοτική διάθεση και αναισθησία ανέχονται.

Αυτοί που υποτίθεται ότι είναι συνεχιστές Εκείνων που έχυσαν το αίμα τους ή κατακάηκαν από τη φωτιά, προκειμένου να μη δεχθούν τους Λατινόφρονες. Σήμερα δέχονται πολύ χειρότερους εκείνων, με τα συλλείτουργα και τις συμπροσευχές, αλλά ακόμη και με τα «Κοινά Ποτήρια» της προϊσταμένης τους αρχής με τους αιρετικούς και αναθεματισμένους Παπικούς, Αγγλικανούς κλπ. Δεν θα είναι καθόλου παράδοξο να δεχθούν και μάλιστα και να πανηγυρίσουν, φιατί όχι και με την επικείμενη πλήρη ένωση με τους αναθεματισμένους αιρετικούς Μονοφυσίτες! Και δεν είναι ακόμη καθόλου παράδοξο και εδώ να θεωρήσουν ως «παραμύθι» και το θαύμα του Αγίου Λειψάνου της Αγίας Μεγαλομάρτυρος και Πανευφήμου Ευφημίας, το οποίο, ως γνωστό επεκύρωσε τα Πρακτικά των Αγίων 630 Θεοφόρων Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου εναντίον των αιρετικών Μονοφυσιτών.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...