6.3.11

Η ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΗΜΕΡΑ


Δεν θα ήταν λάθος να αποδοθή η αδυναμία κατανοήσεως και αποδοχής των ιερών Κανόνων στο επικρατούν πνεύμα του ''ανθρωπισμού'' και ''φιλελευθερισμού'', αλλά και του εκνομικισμού - πιετισμού, τα οποία τους απογυμνώνουν απο το σωτηριολογικό και λυτρωτικό νόημά τους. Για να γίνη κατανοητό το ιερό και αιώνιο νόημα των ιερών Κανόνων είναι ανάγκη να παύσωμε να κινούμαστε στον χώρο της διανοητικής θεολογίας και ζωής και να ομολογήσουμε με ταπείνωση και απλότητα «Λάλει Εκκλησία μου και ο δούλος σου (κληρικός ή λαικός) ακούει». Εάν συμβή τούτο, τότε η μελέτη των ιερών Κανόνων θα αποτελεί όχι αντικείμενο κριτικής, αλλά μέτρο κρίσεως του μελετητού και οδός «εν ή πορευσόμεθα». Η οδός, την οποία υποδεικνύουν οι ιεροί Κανόνες να πορευθούμε είναι η Θεανθρώπινη οδός. Ο όρος «έδοξε τώ Αγίω Πνεύματι και ημίν» δεσπόζει σε όλες τις Συνόδους και τούτο γιατί εκφράζουν «εν τόπω και χρόνω» την θεανθρώπινη βούληση της Αγίας μας Εκκλησίας. Η χρήση, άρα, των ιερών Κανόνων συνεπάγεται την αυθεντική συνέχιση της αποστολής της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο, αφού εκφράζουν την αποκαλυφθείσα αλήθεια. Αυτήν την θέση αποδέχονται de facto και στην σημερινή εποχή όλες οι αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. «Φρονούμε ότι δεν θα υπήρχε ομαλή πορεία της όλης Εκκλησίας, εαν παραθεωρούνταν οι ιεροί Κανόνες, οι οποίοι οριοθετούν, όπως προαναφέρθηκε, την Εκκλησία και υποδεικνύουν το χάος, όπου θα πέση εκείνος, ο οποίος θα θελήση να εξέλθη των ορίων αυτών» (Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστόπουλου, εργασία μεταπτυχιακή, εκφωνηθείσα στο θεολογικό συνέδριο στην Ρόδο το 1988). Για τον λόγο αυτό ο Όσιος Νικόδημος με τρόπο γλαφυρό προειδοποιεί «Καθώς η παντουργική αγία Τριάς τον πρώτον και υλικόν τούτον κόσμον δημιουργήσασα με διαφόρους φυσικούς Κανόνας των στοιχείων αυτόν συνηρμόσατο... Τοιουτοτρόπως η αυτή Τριάς και τον δεύτερον τούτον και νοητόν κόσμον της Καθολικής εκκλησίας κατασκευάσασα, με τους ιερούς τούτους και θείους Κανόνας συνέδησεν ευτόν και συνέπηξεν... Έκβαλε τους ιερούς τούτους κανόνας απο την εκκλησίαν, και παρευθύς επεισέρχεται η αταξία, και εκ της αταξίας άπασα η ιερά αυτής διακόσμησις αφανίζεται» (Ιερόν Πηδάλιον, Αθήναι 1957, σελ. ιστ). Ο δέ Μ. Βασίλειος, ως ένας απο τους θεμελιωτές του Κανονικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου, πίστευε ότι οι ι. Κανόνες ρυθμίζουν τον βίο της Εκκλησίας και καθορίζουν τη διοικητική της διάρθρωση, όπως και τα πνευματικά πλαίσια, εντός των οποίων πρέπει να κινούνται οι μετέχοντες στην εκκλησιαστική κοινωνία, για να δύνανται να υφίστανται ως οντολογικά μέλη της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Για τον λόγο αυτό αναφωνεί «Πάνυ με λυπεί, ότι επιλελοίπασι λοιπόν οι των Πατέρων κανόνες, και πάσα ακρίβεια των εκκλησιών απελήλαται· και φοβούμαι μή κατά μικρόν της αδιαφορίας ταύτης οδώ προιούσης, εις παντελή σύγχυσιν έλθη τα της εκκλησίας πράγματα» (Ράλλη - Πότλη, Σύνταγμα Θείων και Ιερών Κανόνων, τ.4, Αθήνησιν 1854, σελ. 275). Εάν δεν τηρούνται επακριβώς οι ιεροί Κανόνες, κατά τον οικουμενικό διδάσκαλο Βασίλειο, περιπίπτουν σε σύγχυση οι εκκλησιαστικές υποθέσεις και ουδέν πρόβλημα λύεται κατά το θέλημα του Θεού. Πολύ δέ περισσότερο όταν τολμούμε και αλλοιώνουμε αυτούς, προσθέτωντας ή αφαιρούντας κατά το δοκούν. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης αναφέρει «ουκ έστιν ούν...ούτε την καθ΄ ημάς εκκλησίαν ούτε ετέραν παρά τους κειμένους νόμους και κανόνας ποιείν τι. επεί, ει τούτο δοθείη, κενόν το ευαγγέλιον, εική οι κανόνες, και έκαστος κατά τον καιρό της οικείας αρχιερωσύνης, επειδή έξεστιν αυτώ ως δοκεί μετά των σύν αυτώ πράσσειν, έστω νέος ευαγγελιστής, άλλος απόστολος, έτερος νομοθέτης. αλλ΄ ουδαμώς· παραγγελίαν γαρ έχομεν εξ΄ αυτού του αποστόλου, παρ΄ ό παρελάβομεν, παρ΄ ό οι κανόνες των κατά καιρούς συνόδων καθολικών τε και τοπικών εάν τις δογματίζη ή προστάσση ποιείν ημάς, απαράδεκτον αυτόν έχειν μηδέ λογίζεσθαι αυτόν εκ κλήροω αγίων» (Theodori Studitae, Epist. 2, vol. 1-2, De Gruyter, Berolini 1992). Στην συνοδική πράξη του 1828 διατυπώθηκε υπό του Κωνσταντινουπόλεως Αγαθαγγέλου το κοινό για την Ορθόδοξο Εκκλησία φρόνημα «...των δογματικών και όσα οι ιεροί κανόνες διακελεύονται περί εκείνων ούτε φρονησαί τι εναντίον όλων ημίν δυνατόν, ούτε προσθήκην, ή αφαίρεσιν μέχρι και της κεραίας αυτής διαπράξαι θεμιτόν» (Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Κοτσώνη, Προβλήματα εκκλησιαστικής οικονομίας, Αθήναι 1972, σελ. 69). Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε πως παρέχεται η δυνατότητα σε κληρικούς και λαικούς να καταπατούν τους προαναφερθέντας ιερούς Κανόνες, τους αναφερομένους στην συμπροσευχή μετά αιρετικών και αλλοθρήσκων και να κάμνουν τα αντίθετα απο όσα αυτοί διακελεύουν; Πως τολμούν Πατριάρχες, Αρχιεπίσκοποι, Αρχιερείς, Πρεσβύτεροι και Διάκονοι ή και λαικοί να κοινωνούν μέσω των Μυστηρίων και της προσευχής; Δύναται να υπάρχη κοινωνία ''εν Χριστώ'' άνευ του Παναγίου Πνεύματος; Ο καθηγητής Ανδρέας Θεοδώρου γράφει επ΄ αυτού «Επί τη βάσει της αρχής των Πατέρων «ubi Ecclesia, ibi et Spiritus Sanctus» δηλαδή όπου η Εκκλησία εκεί το Πνεύμα το Άγιο, η ορθόδοξη θεολογία δέχεται την Εκκλησία ως την μόνη ταμειούχο της θείας χάριτος κιβωτό. Επομένως ό, τι υπάρχει έξω απ΄ αυτή, δεν μπορεί να μεταδώσει την λυτρωτική χάρη του Κυρίου. Οι αιρετικοί που είναι έξω απο την Εκκλησία δεν μπορούν να μεταδώσουν τη χάρη, την οποία έχασαν. Δίδει κανείς εκείνο το οποίο έχει, όχι εκείνο που δεν έχει» (Αν. Θεοδώρου, Βασική δογματική διδασκαλία, Αθήνα 2006, σελ. 215). Τους κοινωνούντας και συμπροσευχομένους μετά αιρετικών Επισκόπους, οι οποίοι με τον τρόπο αυτόν κηρύσσουν «γυμνή τη κεφαλή» αίρεση και οι οποίοι απο τους προαναφερθέντας Κανόνες καθαιρούνται, ο ΙΕ΄ Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου χαρακτηρίζει «ψευδεπισκόπους» και «ψευδοδιδασκάλους» και καλεί τους πιστούς, κληρικούς και λαικούς, να διακόπτουν την κοινωνία μετ΄ αυτών (Ράλλη - Πότλη, Σύνταγμα Θείων και Ιερών Κανόνων...τ.2, σσ. 692-693). Επομένως, η συμπροσευχή και η μυστηριακή κοινωνία μετά των αιρετικών απαγορεύεται ως αντι-κανονική και ο συμπροσευχόμενος, εάν είναι κληρικός, καθαιρείται, εάν δέ είναι λαικός, αφορίζεται. Είναι αδήριτος ανάγκη να γίνη κάποτε κατανοητό ότι η πιστή τήρηση των όσων διακελεύουν οι ιεροί Κανόνες είναι μαρτυρία υπακοής στην Εκκλησία και σημείο υποταγής της ατομικότητος στην κοινή μετοχή όλων των πιστών στην αποκαλυφθείσα αλήθεια.
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ ''Η ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗΣ'' ΣΕΛ. 107-111
 ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...